Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2015

Οι ουσιαστικές και δικονομικές αβελτηρίες της ΕΕΑ στην υπόθεση Μαρινάκη

          Χωρίς ιδιαίτερη έκπληξη διαβάσαμε στον σημερινό τύπο τόσο την πανταχόθεν εσφαλμένη  ουσιαστική κρίση της ΕΕΑ στην υπόθεση Μαρινάκη, όσο και την δικονομική-διαδικαστική αβελτηρία της επιτροπής να μην επιτρέψει σε μέλος της την συμμετοχή στην απόφαση με  αιτιολογικό ότι απουσίαζε από την εκδίκαση της υποθέσεως κατά την προηγούμενη συνεδρίαση. Διότι ήδη από 1-8-2015 με άρθρο μας στην εφημερίδα Αποψη (βλέπε προηγούμενη ανάρτηση) είχαμε επισημάνει ότι τα λάθη της ΕΕΑ υποβαθμίζουν το έργο της Κυβέρνησης στον αθλητισμό, επισημαίνοντας για τα μέλη της, ότι  μια προσεκτικότερη ανάγνωση των διατάξεων που έχουν μπροστά τους είναι το λιγότερο που θα μπορούσε κανείς να τους ζητήσει.
Με την χθεσινή απόφαση επιβεβαιωνόμαστε πλήρως τόσο στο ουσιαστικό όσο και στο δικονομικό σκέλος της διαπίστωσης.
Ας αρχίσουμε από το δικονομικό: Ο κ. Παπαλάκης, ως λειτουργός της ποινικής δικαιοσύνης είναι φυσικά επηρεασμένος από την βασική δικονομική αρχή, ότι διαρκούσης της ακροαματικής διαδικασίας μιας ποινικής υποθέσεως, σε αντίθεση με την αρχή του αδιαιρέτου της εισαγγελικής λειτουργίας, δικαστής που δεν μετείχε αδιαλείπτως στη δίκη, δεν μπορεί να μετάσχει στην έκδοση της αποφάσεως.. Αυτό όμως δεν ισχύει στην διοικητική διαδικασία και γενικά στην λειτουργία των διοικητικών οργάνων όπως είναι η ΕΕΑ. Πολλώ δε μάλλον, όταν ρητά ορίζεται στο άρθρο 4 παρ.2 του Κανονισμού Εσωτερικής Λειτουργίας της ΕΕΑ ( ΥΑ 38439/2007, ΦΕΚ 1778/Β/2007) ότι: « Αν η συζήτηση της υποθέσεως διαρκεί περισσότερες από μια συνεδριάσεις, η απόφαση λαμβάνεται από τα μέλη που μετέχουν στην τελευταία συνεδρίαση, αφού προηγουμένως τα μέλη που δεν μετείχαν στις προηγούμενες συνεδριάσεις, ενημερωθούν πλήρως ως προς τα ουσιώδη σημεία των κατ’ αυτές συζητήσεων.Η ενημέρωση πρέπει να προκύπτει από δήλωση των μελών αυτών, η οποία και καταχωρίζεται στα πρακτικά».Είναι φυσικά γνωστό, ότι η συζήτηση μιας υποθέσεως στο δικαστήριο αρχίζει με την εκφώνησή της και λήγει, όχι με το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, αλλά με την έκδοση της αποφάσεως.Ο όρος συζήτηση έχει και εδώ καθαρά νομική σημασία και δεν σχετίζεται με την «κουβέντα». Υπάρχουν άλλωστε συζητήσεις υποθέσεων όπου κυριολεκτικά δεν ανταλλάσσεται κουβέντα. Oμως, εν πάσει περιπτώσει, το θέμα μας δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο λήγει η συζήτηση μιας υποθέσεως στο δικαστήριο, αλλά πως ερμηνεύεται σωστά η παραπάνω διάταξη του Κανονισμού λειτουργίας της ΕΕΑ. Και εδώ ο Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας που ισχύει απολύτως ως προς την λειτουργία διοικητικών οργάνων, όπως η ΕΕΑ, και την σχετική διάταξη του οποίου (άρθρο 15 παρ.2) επαναλαμβάνει αυτολεξί ο Κανονισμός λειτουργίας της ΕΕΑ με την επίμαχη διάταξή του,δεν επιδέχεται αμφισβήτησης: Ο όρος «συζήτηση της υπόθεσης» αναφέρεται στην συζήτηση-διάσκεψη των μελών του συλλογικού οργάνου προς έκδοση της διοικητικής πράξης (απόφασης) και όχι στην παράσταση του διοικουμένου ενώπιον του οργάνου για την άσκηση του δικαιώματός του της "προηγούμενης ακρόασης του διοικουμένου".  Επομένως,οποιαδήποτε απόπειρα διαφορετικής προσέγγισης του θέματος, ιδιαίτερα εδώ που πρόκειται για διοικητικό όργανο και όχι δικαστήριο, υποδηλώνει έλλειψη στοιχειωδών νομικών γνώσεων ή σκοπιμότητα..
Ας περάσουμε και στο ουσιαστικό: Ο κ. Παπαλάκης, ως λειτουργός της ποινικής δικαιοσύνης είναι επίσης επηρεασμένος και από μία δεύτερη θεμελιώδη αρχή της ποινικής δικονομίας, που είναι η « Αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας», αρχή που κυριαρχεί στην σκέψη τόσο των εισαγγελέων όσο και των ποινικών δικαστών. Ετσι, αυτό που αναζήτησε η επιτροπή στην συγκεκριμένη υπόθεση, όπως άλλωστε και στις υποθέσεις Μελισσανίδη και Γιαννακόπουλου, είναι αν οι κύριοι αυτοί ασκούν την πραγματική εξουσία πάνω στις ομάδες τους. Και πράγματι, θα ήταν υποκρισία να ισχυρισθεί κανείς το αντίθετο. Ομως ο νομοθέτης από την ΕΕΑ δεν ζητεί αυτό. Ο ν. 2725/1999 θέτει ένα πολύ συγκεκριμένο, περιορισμένο και ειδικά ρυθμιζόμενο πλαίσιο αρμοδιοτήτων, από το οποίο η ΕΕΑ δεν μπορεί να αποστεί, όπως άλλωστε και κανένα άλλο διοικητικό όργανο. Στο διοικητικό δίκαιο επικρατεί η αρχή  της ειδικότητος ως προς την δράση των διοικητικών οργάνων, σύμφωνα με την οποία τα διοικητικά όργανα μπορούν να ασκούν μόνο τις ρητά απονεμόμενες σε αυτά από τον νόμο αρμοδιότητες, η υπέρβαση των οποίων συνιστά λόγο ακυρότητας των πράξεων ή αποφάσεών τους. Σύμφωνα με την αρχή αυτή η ΕΕΑ δεν έχει γενική αρμοδιότητα για την εφαρμογή του δικαίου και του κοινού περί δικαίου αισθήματος στον αθλητισμό, αλλά αποκλειστικά και μόνο για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου 2725/1999 και όπου αυτές γενικά ή ειδικά την εξουσιοδοτούν να ενεργήσει. Και στην συγκεκριμένη περίπτωση από καμία διάταξη της κείμενης νομοθεσίας δεν προκύπτει αρμοδιότητα της ΕΕΑ να κρίνει αν τηρούνται οι περιοριστικοί όροι που έχει θέσει σε κάποιον υπόδικο ο Ανακριτής, ο οποίος είναι και ο μόνος αρμόδιος για την παραπάνω κρίση.
Συμπέρασμα κατά το λαϊκότερον: Πράγματι Μαρινάκης,Μελισανίδης και Γιαννακόπουλος κάνουν κουμάντο στις ομάδες τους. Αν όμως δεν προβαίνουν σε νομικά αξιόλογες πράξεις διοίκησης δεν πέφτει  λόγος σε κανέναν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου