Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Σ.Χριστοφορίδης,Τα δικαστικά ασυμβίβαστα του άρθρου 89 Συντ. και οι τακτικοί δικαστές στο ποδόσφαιρο

Παραθέτουμε την εισήγηση του Σπύρου Χριστοφορίδη στην ημερίδα μας της 2-10-2015, όπου καταδεικνύεται η συνταγματική υποχρέωση του κοινού νομοθέτη για ειδική πρόβλεψη οργάνων και αρμοδιοτήτων προκειμένου να οριστούν τακτικοί δικαστές σε όργανα εκτός δικαστηρίων, κάτι που κατά παράβαση του Συντάγματος παρέλειψε ο νομοθέτης στο άρθρο 5 Ν.4326/2015 περί ορισμού τακτικών δικαστών στα πειθαρχικά και δικαιοδοτικά όργανα του ποδοσφαίρου:


ΤΟ ΑΡΘΡΟ 89 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΩΝ: ΑΝΑΛΥΣΗ- ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Σπύρος Χριστοφορίδης


Αφορμή της παρούσας εισήγησης αποτέλεσαν οι ρυθμίσεις του νέου αθλητικού νόμου 4326/2015. Οι προβληματισμοί που επιχειρεί να θέσει σχετίζονται ειδικότερα με την ερμηνεία του άρθρου 89 του Συντάγματος, με το οποίο θεσπίζονται τα ασυμβίβαστα των δικαστικών λειτουργών και συγκεκριμένα η πρόβλεψη της δυνατότητας να ασκούν, κατ’ εξαίρεση, αρμοδιότητες πειθαρχικού και δικαιοδοτικού χαρακτήρα. Υπό το πρίσμα αυτής της ανάλυσης θα πρέπει να γίνει και η συνταγματική αξιολόγηση της διάταξης του άρθρου 5 του Ν. 4326/2015 σχετικά με την συγκρότηση των πειθαρχικών και δικαιοδοτικών οργάνων του ποδοσφαίρου από δικαστικούς λειτουργούς.
Η ευρύτερη προβληματική που τίθεται εδώ είναι, βέβαια, η επίδραση των διατάξεων του Καταστατικού μας Χάρτη στις ρυθμίσεις ενός ιδιόμορφου κλάδου του δικαίου, του αθλητικού δικαίου. Η σχέση Συντάγματος και αθλητικού δικαίου είναι ένα πεδίο σχετικά ανεπεξέργαστο και σε κάθε περίπτωση τα επιμέρους ζητήματα που τίθενται είναι σύνθετα, με πάμπολλες προεκτάσεις, ακριβώς λόγω της συνθετότητας και πολυπλοκότητας της δραστηριότητας που επιδιώκεται, σε ένα πρώτο επίπεδο, να ρυθμιστεί από τις συνταγματικές διατάξεις. Ο κοινός νομοθέτης τείνει, περισσότερο από ό,τι σε άλλους δικαιϊκούς κλάδους, να  παραγνωρίζει τις συνταγματικές προβλέψεις, ενώ δεν αποκλείεται να προβαίνει σε ερμηνείες αντίθετες προς το γράμμα και το πνεύμα του Συντάγματος.
Όπως είναι γνωστό, τo Σύνταγμα του 1975 συμπεριέλαβε, στην παρ. 2 του άρθρου 16, τη φυσική αγωγή των Ελλήνων, στις βασικές αποστολές του κράτους αναφορικά με την παιδεία. Στο ίδιο άρθρο, και συγκεκριμένα στην παρ. 9, ο συνταγματικός νομοθέτης όρισε ότι «Ο αθλητισμός τελεί υπό την προστασία και την ανώτατη εποπτεία του Κράτους.» (εδ. α’) καθώς και ότι «Το Κράτος επιχορηγεί και ελέγχει τις ενώσεις των αθλητικών σωματείων κάθε είδους, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει επίσης τη διάθεση των ενισχύσεων που παρέχονται κάθε φορά στις επιχορηγούμενες ενώσεις σύμφωνα με τον προορισμό τους.» (εδ. β’).
Από τη σύντομη περιδιάβαση στα βασικά ευρωπαϊκά Συντάγματα, διαπιστώνουμε μία πρωτοτυπία του Έλληνα συνταγματικού νομοθέτη, σε σχέση με τους «ομολόγους» του: στον ευρωπαϊκό χώρο, τα Συντάγματα που περιλαμβάνουν διατάξεις σχετικές με τον αθλητισμό είναι η μειοψηφία. Μάλιστα, πουθενά δεν γίνεται λόγος για εποπτεία του κράτους με τον τρόπο που σημειώνεται στον ελληνικό θεμελιώδη νόμο. Το συγκεκριμένο κενό καλύπτεται, βεβαίως, από την αναλογική εφαρμογή άλλων διατάξεων, σχετικών, συνήθως, με την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και το δικαίωμα στην παιδεία.  Βέβαια, είναι σαφές ότι, από μόνη της, η συνταγματική τυποποίηση ενός φαινομένου δεν οδηγεί ούτε στην καλύτερη θεσμική μεταχείρισή του ούτε στην πρόοδό του.
Στην ελληνική θεωρία έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο αθλητισμός είναι ένα πεδίο επί του οποίου ασκείται μία μεγάλη δέσμη συνταγματικών δικαιωμάτων και, ταυτόχρονα, ένα σύστημα θεσμών. Σύμφωνα με αυτήν την θέση, ο αθλητισμός αφενός λειτουργεί ως αφορμή για την ενεργοποίηση άλλων κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως η προστασία της οικογένειας και της παιδικής ηλικίας, αφετέρου λειτουργεί ως προνομιακό πεδίο πάνω στο οποίο συρρέουν και ασκούνται διάφορα συνταγματικά δικαιώματα[1]. Ως παραδείγματα αναφέρονται το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος αναφορικά με την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του αθλουμένου, το δικαίωμα στο απόρρητο των πληροφοριών, αναφορικά με τους ελέγχους αντιντόπιγκ, τα δικαιώματα ομαδικής δράσης, αναφορικά με το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι κ.ο.κ. Αυτή η άποψη, βέβαια, δεν είναι αντιπαραθετική με την όποια ανάλυση της παρ. 9 του άρθρου 16. Επιπλέον, δεν επικεντρώνεται στην ερμηνεία της διάταξης, αλλά στην προσέγγιση του φαινομένου του αθλητισμού από νομοθετική-νομολογιακή άποψη, όπου έκφανσή της είναι, φυσικά, η συνταγματική τυποποίησή του και η όποια ερμηνεία της συναφούς συνταγματικής διάταξης. Σε κάθε περίπτωση, από τη στιγμή που η ανάπτυξη του αθλητισμού συνιστά και μέτρο πολιτισμού[2], είναι απόλυτα σαφές ότι γύρω από ένα τόσο σύνθετο ζήτημα, που αποτυπώνει πληθώρα κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων και συσχετισμών, υπάρχουν πάμπολλα θέματα που αναφύονται και συνδέονται με διάφορες πτυχές της έννομης τάξης.
Μια λιγότερο γνωστή συνταγματική διάταξη, η οποία ασκεί ωστόσο σοβαρή επίδραση στο αθλητικό δίκαιο, είναι αυτή του άρθρου 89 του Συντάγματος που αφορά στα ασυμβίβαστα των δικαστικών λειτουργών. Ειδικότερα, στο άρθρο 89 του Καταστατικού μας Χάρτη προβλέπονται τα ακόλουθα:
 «1. Απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία καθώς και να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα.
2. Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται στους δικαστικούς λειτουργούς να εκλέγονται μέλη της Ακαδημίας Αθηνών ή του διδακτικού προσωπικού ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και να μετέχουν σε συμβούλια ή επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα και σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, εφόσον η συμμετοχή τους αυτή προβλέπεται ειδικά από το νόμο. Νόμος προβλέπει την αντικατάσταση δικαστικών λειτουργών από άλλα πρόσωπα σε συμβούλια ή επιτροπές που συγκροτούνται ή σε έργα που ανατίθενται με δήλωση βούλησης ιδιώτη, εν ζωή ή αιτία θανάτου, εκτός από τις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου.
3. Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς απαγορεύεται. Καθήκοντα σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών θεωρούνται δικαστικά. Επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικούς λειτουργούς των καθηκόντων εκπροσώπησης της Χώρας σε διεθνείς οργανισμούς. Η διενέργεια διαιτησιών από δικαστικούς λειτουργούς επιτρέπεται μόνο στο πλαίσιο των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, όπως νόμος ορίζει.
 4. Απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς η συμμετοχή στην Κυβέρνηση.
 5. Επιτρέπεται η συγκρότηση ένωσης δικαστικών λειτουργών, όπως νόμος ορίζει».
Σύμφωνα με το Σύνταγμα, λοιπόν, απαγορεύεται η άσκηση ιδιωτικού έργου ή διοικητικών καθηκόντων εκ μέρους των δικαστικών λειτουργών εκτός από τις ειδικώς και ρητώς απαριθμούμενες στην ίδια διάταξη εξαιρέσεις. Ο συνταγματικός νομοθέτης επιδιώκει να διασφαλίσει και να ενισχύσει περαιτέρω την λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των δικαστών, ούτως ώστε να ασκούν το έργο τους χωρίς περισπάσεις και χωρίς να είναι δυνατή η σύναψη υπηρεσιακών δεσμών με την εκτελεστική εξουσία[3].
Η συμμετοχή των δικαστικών λειτουργών στα συλλογικά όργανα της διοίκησης υπό τη μορφή συμβουλίων και επιτροπών καθίσταται κατ΄ εξαίρεση επιτρεπτή από το Σύνταγμα. Πολλώ δε μάλλον εξαιρετική καθίσταται η συμμετοχή τους όταν τα εν λόγω διοικητικά όργανα ασκούν αμιγώς αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα[4].
Ο εξαιρετικός χαρακτήρα του επιτρεπτού της άσκησης ιδιωτικών έργων ή της ανάληψης διοικητικών καθηκόντων εκ μέρους των δικαστικών λειτουργών επιβάλλει τη συσταλτική ερμηνεία των περιπτώσεων εκείνων που επιτρέπεται η κάμψη του κανόνα δικαίου που θεσπίζει την απαγόρευση. Επιπλέον, για μεγαλύτερη διασφάλιση της απαγόρευση αυτής, προβλέπεται ότι η κάμψη της, όταν είναι κατ΄ αρχην επιτρεπτή από το Σύνταγμα, τελεί υπό την προϋπόθεση της ειδικής πρόβλεψής της από τον νόμο.
            Η επίμαχη για το αθλητικό δίκαιο διάταξη του άρθρου 89, στην ερμηνεία και ανάλυση της οποίας θα επιχειρήσουμε να επικεντρωθούμε, όπως ήδη επισημάναμε στην εισαγωγή, είναι η συνταγματική πρόβλεψη της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού και συγκεκριμένα η διάταξη ότι η δυνατότητα των δικαστικών λειτουργών να μετέχουν σε συμβούλια ή επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα πρέπει να προβλέπεται ειδικά από το νόμο. Εύλογα ανακύπτει το ερώτημα: πώς ερμηνεύεται η συνταγματική απαίτηση για ειδική πρόβλεψη από τον νόμο και ποιος ο αντίκτυπός της στην συγκρότηση πειθαρχικών και δικαιοδοτικών οργάνων στο πεδίο του αθλητισμού;
Πριν απαντήσουμε στα καίρια αυτά ερωτήματα θα πρέπει να αναφερθούμε γενικότερα στους λόγους της συμμετοχής δικαστικών λειτουργών σε πειθαρχικά και δικαιοδοτικά όργανα στον αθλητισμό.  Στα όργανα της αθλητικής δικαιοδοτικής τάξης συμμετέχουν κυρίως δικαστικοί λειτουργοί οι οποίοι προέρχονται από την πολιτική και ποινική δικαιοσύνη και έχουν γνώση και εμπειρία σε αθλητικά ζητήματα. Τα πρόσωπα αυτά ορίζονται σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία κλήρωσης που προβλέπει ο Οργανισμός Δικαστηρίων και που ισχύει για τον διορισμό κάθε είδους δικαστή[5]. Η ratio της νομοθετικής πρόβλεψης για συμμετοχή δικαστικών λειτουργών στα όργανα αυτά είναι η εξασφάλιση ενός minimum δικονομικών εγγυήσεων κατά την εκδίκαση της αθλητικής διαφοράς[6].
Ταυτόχρονα, βέβαια, τα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δικαιοδοτικά όργανα που επιφορτίζονται με την επίλυση των αθλητικών διαφορών πρέπει να λειτουργούν στη βάση των εξής αρχών: προσήλωση στο αθλητικό ιδεώδες, ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων, την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών μέσων κατά συνείδηση βάσει της αρχής της ηθικής απόδειξης και την απόδοση του δικαίου σε εκείνον στον οποίο ανήκει[7]. Η βούληση του έλληνα αθλητικού νομοθέτη για την επικράτηση των ανωτέρω αρχών εκφράστηκε, εκτός των άλλων, και με την καθιέρωση ιδιοτήτων των συγκροτούντων τα όργανα αυτά προσώπων. Για τον λόγο αυτό επιλέχθηκε σε ορισμένες περιπτώσεις η μικτή συγκρότηση των δικαιοδοτικών οργάνων, ώστε αυτά να μην συγκροτούνται αποκλειστικά από δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι σαφώς κατέχουν τους κανόνες του αθλητικού δικαίου, αλλά και από άλλα πρόσωπα υψηλού κύρους και ειδικής εμπειρίας[8]. Πράγματι, ο κοινός νομοθέτης, έχοντας υπόψη του και τις συνταγματικές διατάξεις, στις μεν πειθαρχικής φύσης διαφορές επέλεξε τα οικεία όργανα να συγκροτούνται αποκλειστικά από δικαστικούς λειτουργούς, στις δε οικονομικού χαρακτήρα διαφορές προτίμησε την μικτή σύνθεσή τους. Οι δικαστικοί λειτουργοί πράγματι θωρακίζουν τη δικαιοδοτική διαδικασία διότι διαθέτουν τα εχέγγυα αμερόληπτης και αντικειμενικής κρίσης[9]. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις, δεδομένης της ιδιαιτερότητας του αθλητικού δικαίου,  δε διαθέτουν την απαιτούμενη εμπειρία προκειμένου να επιλύσουν τις αθλητικές διαφορές.
            Υπό το πρίσμα των παραπάνω παραδοχών σχετικά με τη συγκρότηση των δικαιοδοτικών και πειθαρχικών οργάνων στον αθλητισμό, επιστρέφουμε στο αρχικό ερώτημα που θέσαμε:  τι απαιτεί το Σύνταγμα όταν αξιώνει την ειδική πρόβλεψη από τον νόμο για τη συμμετοχή δικαστικών λειτουργών στα παραπάνω όργανα;
            Για να απαντήσουμε στο εν λόγω καίριο για το αθλητικό δίκαιο ερώτημα, πρέπει να ανατρέξουμε στη συνταγματική θεωρία για τις συνταγματικές επιφυλάξεις υπέρ του νόμου. Στο ισχύον Σύνταγμα, η κατοχύρωση του πληρέστερου καταλόγου δικαιωμάτων που διέθετε ποτέ η χώρα, συνοδεύτηκε με τον πολλαπλασιασμό των επιφυλάξεων υπέρ του νόμου[10]. Οι επιφυλάξεις αυτές, διαδραματίζουν περιοριστική και άλλοτε ρυθμιστική λειτουργία. Η ταξινόμηση που η συνταγματική θεωρία προτείνει για τις επιφυλάξεις υπέρ του νόμου αναδεικνύει - και σε ορισμένες περιπτώσεις προσδιορίζει – τη σημασία της παραπομπής στο νόμο. Μέσα από την ένταξη στη μια ή στην άλλη κατηγορία η επιφύλαξη αποκτά το πλήρες νόημά της και αναπτύσσει τη λειτουργία της σύμφωνα με αυτό. Για τον λόγο αυτό επιχειρείται η συστηματική ερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων ώστε να διαπιστωθεί εάν το Σύνταγμα επιβάλλει ή προσδοκά κάθε επιφύλαξη να αναπτύξει και διαφορετική λειτουργία.
Στην ελληνική συνταγματική θεωρία η πιο διαδεδομένη ταξινόμηση των επιφυλάξεων υπέρ του νόμου είναι η διάκριση σε γενική και ειδική επιφύλαξη[11] . Οι γενικές επιφυλάξεις ερμηνεύονται ως μια ευρεία συνταγματική εξουσιοδότηση προς τον νομοθέτη να θεσπίσει περιορισμούς στην ελευθερία, χωρίς να υπόκειται σε οποιαδήποτε συνταγματική δέσμευση[12]. Στην κατηγορία αυτή γίνεται δεκτό ότι ο καταστατικός χάρτης αναθέτει τη ρύθμιση στον νομοθέτη χωρίς να θεσπίζει ουσιαστικές ή διαδικαστικές προϋποθέσεις για την άσκηση της σχετικής αρμοδιότητας[13]. Έτσι, στις γενικές επιφυλάξεις εντάσσονται οι εκφράσεις «όταν και όπως νόμος ορίζει», «τηρώντας τους νόμους», και «υπό την προστασία των νόμων». Αντίθετα, στην κατηγορία των ειδικών επιφυλάξεων, το Σύνταγμα οριοθετεί την εξουσία του κοινού νομοθέτη είτε περιορίζοντας το πεδίο της κανονιστικής του παρέμβασης, είτε στοχοθετώντας τη ρυθμιστική του αρμοδιότητα.
Με βάση την παραπάνω κατηγοριοποίηση, προκύπτει ότι η περίπτωση της επιφύλαξης της παραγράφου 2 του άρθρου 89 του Συντάγματος εντάσσεται στις ειδικές επιφυλάξεις υπέρ του νόμου. Προς τούτο, καταρχάς, συνηγορεί και η ίδια η γραμματική ερμηνεία της διάταξης (χρήση του όρου «ειδικά»). Άλλωστε, εξ αντιδιαστολής επιχείρημα μπορούμε να αντλήσουμε και από τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του ίδιου άρθρου, στις οποίες ο συνταγματικός νομοθέτης επέλεξε να χρησιμοποιήσει διαφορετική διατύπωση για την επιφύλαξη υπέρ του νόμου: «όπως νόμος ορίζει». Αν, λοιπόν, ο συνταγματικός νομοθέτης ήθελε να θεσπίσει γενική επιφύλαξη υπέρ του νόμου, δεν θα χρησιμοποιούσε τον όρο «ειδικά», αλλά θα επαναλάμβανε την διατύπωση: «όπως νόμος ορίζει».
Η ένταξη της επιφύλαξης της παραγράφου 2 του άρθρου 89 του Συντάγματος στις ειδικές επιφυλάξεις, δε στερείται, βέβαια, ουσιαστικού νοήματος. Αυτό σημαίνει ότι για να είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα μια τέτοια νομοθετική πρόβλεψη, πρέπει να ορίζεται ρητά στον κοινό νόμο η συμμετοχή των δικαστικών λειτουργών, το συγκεκριμένο πειθαρχικό ή δικαιοδοτικό όργανο στο οποίο αυτοί συμμετέχουν, ο αριθμός τους και τα καθήκοντα τα οποία αναλαμβάνουν. Με άλλα λόγια, δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Συντάγματος μια γενική διάταξη η οποία καλύπτει ένα αόριστο αριθμό οργάνων και αναφέρεται γενικά και αόριστα στη συμμετοχή δικαστικών λειτουργών σε αυτά, αλλά θα πρέπει η νομοθετική πρόβλεψη να γίνεται ad hoc.
Σε αυτή την ανάγνωση του νοήματος της συνταγματική επιφύλαξης της παραγράφου 2 του άρθρου 89 του Συντάγματος συνηγορεί και το γεγονός ότι ο χαρακτήρας του επιτρεπτού της άσκησης ιδιωτικών έργων ή της ανάληψης διοικητικών καθηκόντων εκ μέρους των δικαστικών λειτουργών είναι εξαιρετικός και, ως εκ τούτου, επιβάλλεται η συσταλτική ερμηνεία των περιπτώσεων εκείνων που επιτρέπεται η κάμψη του κανόνα δικαίου που θεσπίζει την απαγόρευση. Άλλωστε, πρέπει να σημειωθεί ότι πριν τη θέσπιση του ισχύοντος Συντάγματος, τα προϊσχύσαντα ελληνικά Συντάγματα περιελάμβαναν ρητή διάταξη σύμφωνα με την οποία δεν επιτρεπόταν στους δικαστές να αποδεχθούν άλλη έμμισθη υπηρεσία εκτός του δικαστικού λειτουργήματος, με εξαίρεση τη θέση του καθηγητή Πανεπιστημίου. Δεδομένου ότι η ratio της συνταγματικής διάταξης δεν άλλαξε, η θέσπιση με το Σύνταγμα του 1975 ορισμένων επιπλέον εξαιρέσεων αξιώνει αυτές να ερμηνεύονται στενά. Επομένως, η συμμετοχή δικαστικών λειτουργιών σε πειθαρχικά ή δικαιοδοτικά όργανα στον αθλητισμό πρέπει να προβλέπεται ειδικά και συγκεκριμένα στον νόμο, ακριβώς λόγω του γεγονότος ότι αποτελεί την εξαίρεση στον κανόνα της μη συμμετοχής τους.
Με το σκεπτικό αυτό το Δ΄ Τμήμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με την υπ’ αριθμ. 120/2008 γνωμοδότησή του,  που αφορούσε στη συγκρότηση πειθαρχικών επιτροπών της Ε.Π.Ο., έκρινε ότι  προκειμένου να είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα η συμμετοχή δικαστικών λειτουργών σε αυτές, πρέπει να προβλέπεται ειδικά από το νόμο ποιές συγκεκριμένες επιτροπές αυτοί συγκροτούν. Επομένως, και κατά την άποψη του ΝΣΚ,  για να είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα η με νομοθετική πρόβλεψη συμμετοχή των δικαστικών λειτουργών πρέπει να πληροί τα ως άνω κριτήρια ειδικότητας[14].
Υπό το πρίσμα αυτής της ερμηνείας του Συντάγματος, φρονούμε ότι πρέπει να γίνει και η συνταγματική αξιολόγηση των διατάξεων του άρθρου 5 του νέου Ν. 4326/2015 για τα πειθαρχικά και δικαιοδοτικά όργανα του ποδοσφαίρου. Με τις διατάξεις αυτές, οι οποίες τροποποίησαν τα άρθρα 119 και 127Β του Ν. 2725/1999, προβλέφθηκε ότι τα πειθαρχικά και δικαιοδοτικά όργανα του ποδοσφαίρου ανασυγκροτούνται κατόπιν απόφασης του αρμοδίου οργάνου της Ε.Π.Ο., και αποτελούνται εφεξής από τακτικούς δικαστές με βαθμό Πρωτόδικη στα πρωτοβάθμια όργανα και Προέδρου Πρωτοδικών στα δευτεροβάθμια  όργανα  (παρ. 1), ενώ αντίστοιχα, υπεύθυνος άσκησης δίωξης πειθαρχικών ποδοσφαιρικών αδικημάτων αναλαμβάνει εν ενεργεία εισαγγελικός λειτουργός με βαθμό εισαγγελέα πρωτοδικών, ο οποίος επιλέγεται και ορίζεται από την Ε.Π.Ο. (παρ. 2).
Είναι σαφές, από μια πρώτη ανάγνωση των παραπάνω σχετικών διατάξεων, ότι εν προκειμένω δεν πληρούνται τα κριτήρια της ειδικότητας του νόμου που αξιώνει η αναλυθείσα διάταξη του άρθρου 89 παρ. 2 του Συντάγματος. Τούτο διότι η νομοθετική πρόβλεψη δεν αναφέρει ρητά ούτε το συγκεκριμένο πειθαρχικό ή δικαιοδοτικό όργανο στο οποίο αυτοί συμμετέχουν, ούτε τον αριθμό τους, ούτε τις αρμοδιότητές τους και, ως εκ τούτου, δεν πληροί τα κριτήρια της ειδικότητας που αξιώνει ο Καταστατικός μας Χάρτης.


Βιβλιογραφία- Αρθρογραφία:

Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, Αθλητισμός και κράτος δικαίου-Τα όρια της νομικής απορρύθμισης και η επιστροφή στο Σύνταγμα, σε: Δ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (επιμ.), Πρακτικά 1ου Διεθνούς Συνεδρίου Αθλητικού Δικαίου, Ελληνικό Κέντρο Έρευνας Αθλητικού Δικαίου, 1993, σ. 125 επ.

Ι. ΒΟΥΛΤΣΗΣ, Κρίσιμα σφάλματα των οργάνων απονομής της αθλητικής δικαιοσύνης σε: Ελληνικό Κέντρο Έρευνας Αθλητικού Δικαίου (επιμ. Δ. Παναγιωτόπουλος), Αθλητικός Νόμος. Lex Sportiva. Διαφορές- Αδικήματα- Δίκη, 3ο Πανελλήνιο Συνέδριο Αθλητικού Δικαίου, Νομική Βιβλιοθήκη, 2006, σ. 262 επ.

Ε. ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, Συνταγματικά δικαιώματα και Αθλητισμός, ΕΔΔΔ 2004, σ. 750 επ.

Ι. ΚΑΜΤΣΙΔΟΥ, Η επιφύλαξη υπέρ του νόμου ως περιορισμός, εγγύηση και διάμεσος των ελευθεριών, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2001

Δ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Αθλητικό Δίκαιο ΙΙ. Αθλητική Δικαιοδοσία, Νομική Βιβλιοθήκη, 2006

Δ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Γνωμοδότηση. Προσβολή απόφασης δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου- ΑΣΕΑΔ- από Καλαθοσφαιρική Ανώνυμη Εταιρία του Ελληνικού Συνδέσμου Ανωνύμων Καλαθοσφαιρικών Εταιρειών εκδοθείσης επί προσφυγής τρίτης ΚΑΕ κατά αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου, Αθλητικού Δικαστή και αφορά σε επιβολή πειθαρχικών ποινών σε: Lex Sportiva, Νομική Βιβλιοθήκη, 7/2008, σ. 371 επ.





[1] Βλ. Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, Αθλητισμός και κράτος δικαίου-Τα όρια της νομικής απορρύθμισης και η επιστροφή στο Σύνταγμα, σε Δ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (επιμ.), Πρακτικά 1ου Διεθνούς Συνεδρίου Αθλητικού Δικαίου, Ελληνικό Κέντρο Έρευνας Αθλητικού Δικαίου, 1993, σ. 125 επ.
[2] ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, Συνταγματικά δικαιώματα και Αθλητισμός, ΕΔΔΔ 2004, σ. 750 επ
[3] Δ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Γνωμοδότηση. Προσβολή απόφασης δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου- ΑΣΕΑΔ- από Καλαθοσφαιρική Ανώνυμη Εταιρία του Ελληνικού Συνδέσμου Ανωνύμων Καλαθοσφαιρικών Εταιρειών εκδοθείσης επί προσφυγής τρίτης ΚΑΕ κατά αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου, Αθλητικού Δικαστή και αφορά σε επιβολή πειθαρχικών ποινών σε: Lex Sportiva, Νομική Βιβλιοθήκη, 7/2008, σ. 401
[4] Δ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Αθλητικό Δίκαιο ΙΙ. Αθλητική Δικαιοδοσία, Νομική Βιβλιοθήκη, 2006, σ. 86
[5] Δ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Αθλητικό Δίκαιο ΙΙ. Αθλητική Δικαιοδοσία, Νομική Βιβλιοθήκη, 2006, σ. 86
[6] Δ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Αθλητικό Δίκαιο ΙΙ. Αθλητική Δικαιοδοσία, Νομική Βιβλιοθήκη, 2006, σ. 86
[7] Ι. ΒΟΥΛΤΣΗΣ, Κρίσιμα σφάλματα των οργάνων απονομής της αθλητικής δικαιοσύνης σε: Ελληνικό Κέντρο Έρευνας Αθλητικού Δικαίου (επιμ. Δ. Παναγιωτόπουλος), Αθλητικός Νόμος. Lex Sportiva. Διαφορές- Αδικήματα- Δίκη, 3ο Πανελλήνιο Συνέδριο Αθλητικού Δικαίου, Νομική Βιβλιοθήκη, 2006, σ. 263-264
[8] Ι. ΒΟΥΛΤΣΗΣ, Κρίσιμα σφάλματα των οργάνων απονομής της αθλητικής δικαιοσύνης σε: Ελληνικό Κέντρο Έρευνας Αθλητικού Δικαίου (επιμ. Δ. Παναγιωτόπουλος), Αθλητικός Νόμος. Lex Sportiva. Διαφορές- Αδικήματα- Δίκη, 3ο Πανελλήνιο Συνέδριο Αθλητικού Δικαίου, Νομική Βιβλιοθήκη, 2006, σ. 264
[9] Δ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Αθλητικό Δίκαιο ΙΙ. Αθλητική Δικαιοδοσία, Νομική Βιβλιοθήκη, 2006, σ. 87
[10] Ι. ΚΑΜΤΣΙΔΟΥ, Η επιφύλαξη υπέρ του νόμου ως περιορισμός, εγγύηση και διάμεσος των ελευθεριών, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2001, σ. 133
[11] Ι. ΚΑΜΤΣΙΔΟΥ, Η επιφύλαξη υπέρ του νόμου ως περιορισμός, εγγύηση και διάμεσος των ελευθεριών, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2001, σ. 174
[12] Ι. ΚΑΜΤΣΙΔΟΥ, Η επιφύλαξη υπέρ του νόμου ως περιορισμός, εγγύηση και διάμεσος των ελευθεριών, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2001, σ. 173
[13] Ι. ΚΑΜΤΣΙΔΟΥ, Η επιφύλαξη υπέρ του νόμου ως περιορισμός, εγγύηση και διάμεσος των ελευθεριών, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2001, σ. 174
[14] Δ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Γνωμοδότηση. Προσβολή απόφασης δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου- ΑΣΕΑΔ- από Καλαθοσφαιρική Ανώνυμη Εταιρία του Ελληνικού Συνδέσμου Ανωνύμων Καλαθοσφαιρικών Εταιρειών εκδοθείσης επί προσφυγής τρίτης ΚΑΕ κατά αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου, Αθλητικού Δικαστή και αφορά σε επιβολή πειθαρχικών ποινών σε: Lex Sportiva, Νομική Βιβλιοθήκη, 7/2008, σ. 404

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου