Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

Χ.Γρόλλιος, Ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 5 Ν.4326/2015

Παραθέτουμε την εισήγηση του Χρήστου Γρόλλιου κατά την ημερίδα της 2-10-2015,όπου διατυπώνονται σοβαρότατοι προβληματισμοί ως προς την εφαρμογή του άρθρου 5, όχι μόνο εν όψει της συνταγματικής επιταγής του άρθρου 89 παρ.2 Συντ. , αλλά και σε συνάρτηση προς την ήδη υφιστάμενη αθλητική νομοθεσία του Ν.2725/1999 σχετικά με την συμμετοχή τακτικών δικαστών στα  πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δικαιοδοτικά  όργανα του ποδοσφαίρου:


Ξεκινώντας από την διαπίστωση της εισηγήσεως του κ. Χριστοφορίδη , διαπιστώνουμε ότι για να είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα η νομοθετική πρόβλεψη για την συμμετοχή δικαστικών λειτουργών σε εκτός του δικαστικού τους λειτουργήματος όργανα, πρέπει να ορίζεται ρητά στον κοινό νόμο η συμμετοχή των δικαστικών λειτουργών, το συγκεκριμένο πειθαρχικό ή δικαιοδοτικό όργανο στο οποίο αυτοί συμμετέχουν, ο αριθμός τους και τα καθήκοντα τα οποία αναλαμβάνουν.

Στο πλαίσιο αυτής της συνταγματικής επιταγής οφείλουμε να ερμηνεύουμε και να εφαρμόζουμε τις διατάξεις, με τις οποίες ο κοινός νομοθέτης με το άρθρο 5 του ν. 4326/2015 ουσιαστικά επανεπιβεβαιώνει την ήδη από παλαιότερα νομοθετήματα εκπεφρασμένη  βούλησή του για την συγκρότηση των πειθαρχικών και δικαιοδοτικών οργάνων του ποδοσφαίρου με τακτικούς δικαστές.
Οι σχετικές διατάξεις έχουν ως εξής:

1. Μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος και κατόπιν απόφασης του αρμοδίου οργάνου της ΕΠΟ, η οποία πρέπει να ληφθεί εντός της ίδιας προθεσμίας, ανασυγκροτούνται τα πειθαρχικά και δικαιοδοτικά όργανα του ποδοσφαίρου, αποτελούμενα εφεξής από τακτικούς δικαστές με βαθμό Πρωτόδικη στα πρωτοβάθμια όργανα και Προέδρου Πρωτοδικών στα δευτεροβάθμια όργανα, με τριετή θητεία η οποία δεν ανανεώνεται. Αμφότεροι επιλέγονται και ορίζονται από την ΕΠΟ από κατάλογο που συγκροτεί και αποστέλλει σε αυτήν ο Προϊστάμενος του Πρωτοδικείου Αθηνών ή άλλο αρμόδιο δικαστικό όργανο.
2. Μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος και κατόπιν απόφασης του αρμοδίου οργάνου της ΕΠΟ, η οποία πρέπει να ληφθεί εντός της ίδιας προθεσμίας, υπεύθυνος άσκησης δίωξης πειθαρχικών ποδοσφαιρικών αδικημάτων αναλαμβάνει εν ενεργεία εισαγγελικός λειτουργός με βαθμό εισαγγελέα πρωτοδικών, ο οποίος αναπληρώνεται από εν ενεργεία εισαγγελικό λειτουργό με βαθμό αντιεισαγγελέα πρωτοδικών, με τριετή θητεία, η οποία δεν ανανεώνεται. Αμφότεροι επιλέγονται και ορίζονται από την ΕΠΟ, από κατάλογο που συγκροτεί και αποστέλλει σε αυτήν ο Προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ή άλλο αρμόδιο δικαστικό όργανο.
3. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 119 του Ν. 2725/1999, όπως ισχύει, η φράση «εκτός του ποδοσφαίρου» διαγράφεται.
4. Η παρ. 1 του άρθρου 127Β του Ν. 2725/1999, όπως ισχύει, καταργείται.

Επί της πρώτης παραγράφου:

Από μια πρώτη ανάγνωση των παραπάνω διατάξεων της πρώτης παραγράφου προκύπτει ότι το περιεχόμενό της από μόνο του δεν ικανοποιεί τα κριτήρια της ειδικότητας του νόμου που αξιώνει η αναλυθείσα διάταξη του άρθρου 89 παρ.2 του Συντάγματος. Διότι , παρότι με σαφήνεια συνάγεται η βούληση του νομοθέτη για τοποθέτηση τακτικών δικαστών στα πειθαρχικά και δικαιοδοτικά όργανα του ποδοσφαίρου, η χρονική διάρκεια της θητείας τους, καθώς και η διαδικασία της επιλογής τους, δεν διευκρινίζεται ούτε ο αριθμός των δικαστών που θα στελεχώσει τα όργανα, ούτε τα όργανα καθεαυτά, ούτε και τα καθήκοντα που αυτοί αναλαμβάνουν. Είναι δε προφανές ότι το Σύνταγμα  μόνο στον νομοθέτη εκχωρεί το δικαίωμα για τον προσδιορισμό των παραπάνω και όχι σε ιδιωτικούς οργανισμούς όπως είναι η ΕΠΟ.

Όμως, ακόμη και αν δεν υπήρχε ο συνταγματικός περιορισμός, η παραπάνω διάταξη θα ήταν και πάλι προβληματική, αφού με αυτή τη γενική και αόριστη αναφορά στους τακτικούς δικαστές  ο νομοθέτης δεν προσδιορίζει το ρυθμιστικό πεδίο της παρέμβασής του και δημιουργεί  εξ αρχής σύγχυση, ασάφεια και ανασφάλεια για το δέον γενέσθαι στο χώρο του ποδοσφαίρου, υπεξουσιοδοτώντας ουσιαστικά την ΕΠΟ, κατά τρόπο νομικά και συνταγματικά ανεπίτρεπτο,  να κρίνει πότε, που και με ποιες προϋποθέσεις θα τοποθετηθούν και θα λειτουργήσουν οι τακτικοί δικαστές στο ποδόσφαιρο. Διότι από μόνη της η παραπάνω διάταξη πράγματι δεν μπορεί να μας διαφωτίσει Ποια πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια  πειθαρχικά και δικαιοδοτικά όργανα του ποδοσφαίρου εννοεί? Της ΕΠΟ? Των επαγγελματικών ενώσεων? Των τοπικών ερασιτεχνικών ενώσεων? Αυτά που προβλέπει ο νόμος 2725/1999 όπως ισχύει σήμερα? Αυτά που προβλέπει το καταστατικό της ΕΠΟ ή τα καταστατικά των ενώσεων-μελών της? Περιλαμβάνονται στην πρόβλεψή του και τυχόν τριτοβάθμια όργανα, παρότι δεν τα αναφέρει? Αναφέρεται μόνο σε αυτά που υπάρχουν σήμερα ή μήπως και όσα δημιουργηθούν από την ΕΠΟ μελλοντικά? Διότι όλα αυτά είναι πειθαρχικά όργανα του ποδοσφαίρου. Και αν η κρίση της ΕΠΟ είναι εσφαλμένη τι γίνεται? Επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις? Ανακαλούνται οι δικαστές? Επιλαμβάνονται τα δικαστήρια? Εξ όλων αυτών των απόλυτα λογικών ερωτημάτων προκύπτει και το λογικά εσφαλμένο της συγκεκριμένης διατύπωσης.

Και πράγματι, από την πρώτη κιόλας απόπειρα εφαρμογής της παραπάνω διάταξης εμφανίστηκαν τα αποτελέσματα της ελλειπούς νομοθέτησης με εναργέστερο παράδειγμα τις αμφισβητήσεις που διατυπώθηκαν εκ μέρους της ΕΠΟ σχετικά με το εάν το όργανό της που επονομάζεται διαιτητικό δικαστήριο αποτελεί πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο  πειθαρχικό ή δικαιοδοτικό όργανο κατά την έννοια του νόμου και εάν θα πρέπει να στελεχωθεί με τακτικούς δικαστές ή όχι. Το θέμα βρίσκεται μέχρι και σήμερα (2-10-2015) σε εκκρεμότητα. Δεδομένου μάλιστα ότι η ΕΠΟ έχει αποτανθεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών για λίστα δικαστών προς στελέχωση του διαιτητικού της δικαστηρίου εύλογα προκύπτει το ερώτημα. Ποιος ο βαθμός των δικαστών που θα το στελεχώσουν? Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 ν.4326/2015 τα δευτεροβάθμια όργανα στελεχώνονται με Προέδρους Πρωτοδικών, σε αντίθεση με το άρθρο 127Β ν. 2725/1999 που προέβλεπε Πρόεδρο Εφετών ως πρόεδρο και εφέτες ως μέλη. Αν όμως το διαιτητικό δικαστήριο στελεχωθεί με Προέδρους Πρωτοδικών, τότε αυτοί θα πρέπει να κρίνουν μεταξύ άλλων, ουσιαστικά και δικονομικά απαραδέκτως σε τρίτο βαθμό αποφάσεις της Επιτροπής Εφέσεων, που ήδη έχει στελεχωθεί με ομοιόβαθμούς τους Προέδρους Πρωτοδικών. Καταλαβαίνει ο καθένας το μέγεθος της νομικής αβελτηρίας.

Οι παραπάνω προβληματισμοί ανατρέπονται σε σημαντικά μεγάλο βαθμό, αν η ανάγνωση της παραγράφου αυτής γίνει σε συνδυασμό με το σύνολο των σχετικών διατάξεων της αθλητικής νομοθεσίας περί τοποθέτησης τακτικών δικαστών στο ποδόσφαιρο και κυρίως σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 119 και 127Β του ν. 2725/1999 στις οποίες, άλλωστε, και το ίδιο το άρθρο 5  με τις επόμενες παραγράφους του 3 και 4 παραπέμπει. Διότι συνδυαζόμενο το άρθρο 5 με τις διατάξεις των άρθρων αυτών, οι οποίες εξακολουθούν και σήμερα να ισχύουν, πλήν όμως ελέω του περίφημου «αυτοδιοίκητου» του άρθρου 29 παρ.12 ουδέποτε εφαρμόστηκαν, τότε πράγματι προκύπτει με σαφήνεια ποια είναι τα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια πειθαρχικά και δικαιοδοτικά όργανα του ποδοσφαίρου, ποιες οι αρμοδιότητές τους κλπ. Βέβαια, το άρθρο 5 εισάγει εν προκειμένω κάποια απόκλιση  από την την διαδικασία επιλογής που προέβλεπαν οι μέχρι τώρα ισχύουσες διατάξεις, ήτοι κλήρωση από τριπλάσιο αριθμό  δικαστών, καθώς και σχετικά με τον βαθμό των δικαστών στα δευτεροβάθμια όργανα, δεν νομίζω όμως ότι αυτό δημιουργεί ερμηνευτικό πρόβλημα για την εφαρμογή της διατάξεως.

Αντιθέτως σημαντικό ερμηνευτικό πρόβλημα όσον αφορά την εφαρμογή της διατάξεως, προκύπτει από το γεγονός ότι τα πειθαρχικά όργανα που προβλέπονται στο άρθρο 127Β ν. 2725/1999, τα οποία και μόνο μπορούν με τρόπο σύμφωνο προς την συνταγματική επιταγή να στελεχωθούν με τακτικούς δικαστές είναι ουσιωδώς διάφορα από αυτά που πράγματι στελεχώθηκαν βάσει του άρθρου 5 ν.4326/1999. Διότι ενώ το άρθρο 127Β προβλέπει δύο τριμελείς πειθαρχικές επιτροπές στην ΕΠΟ (πρωτοβάθμια-δευτεροβάθμια), η ΕΠΟ, εκμεταλλευόμενη το σαθρό αυτοδιοίκητο του ν. 3479/2006 προέβλεψε στο καταστατικό της πενταμελή όργανα, εν συνεχεία δε εκμεταλλευόμενη την αοριστία και ασάφεια της διατάξεως του άρθρου 5 ζήτησε και, εξ όσων μέχρι σήμερα γνωρίζουμε, πέτυχε την στελέχωση αυτών των οργάνων της με δικαστικούς λειτουργούς .

Αντίστοιχο ερμηνευτικό πρόβλημα προκύπτει και με την στελέχωση των λοιπών οργάνων της ΕΠΟ, τα οποία η ίδια χαρακτηρίζει ως δικαιοδοτικά, χωρίς όμως να προβλέπονται ως τέτοια σε κάποια διάταξη νόμου. Ετσι, ήδη στελεχώθηκε με τακτικούς δικαστές η επιτροπή δεοντολογίας της ΕΠΟ, επειδή από την ίδια κρίθηκε ότι αποτελεί πρωτοβάθμιο πειθαρχικό-δικαιοδοτικό όργανο, υπάρχει δε σε εξέλιξη το σήριαλ στελέχωσης του διαιτητικού δικαστηρίου που η ΕΠΟ, όπως προαναφέραμε.

Από τα παραπάνω νομίζω ότι συνάγεται με σαφήνεια ότι η μόνη συνταγματικά, νομικά αλλά και πραγματιστικά, αθλητικά και λογικά ανεκτή ερμηνεία της παραγράφου 1 είναι ότι αυτή αποτελεί γενική ρήτρα χρησιμοποίησης τακτικών δικαστών στα πειθαρχικά και δικαιοδοτικά όργανα του ποδοσφαίρου η οποία μπορεί να εφαρμόζεται μόνο σε συνδυασμό με τις λοιπές κείμενες διατάξεις, και πάντως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να λειτουργήσει σαν εν λευκώ εξουσιοδότηση προς την ΕΠΟ να ορίσει η ίδια ποια όργανά της, με ποιες προϋποθέσεις, με ποιες αρμοδιότητες και με τι αριθμό τακτικών δικαστών θα απονείμουν ποδοσφαιρικό δίκαιο.

Διότι σε καμία περίπτωση ο νόμος δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει απλά και μόνο μια δεξαμενή τακτικών δικαστών, μεσα από την οποία η ΕΠΟ θα επιλέξει ποιους και που θα χρησιμοποιήσει. Κάτι τέτοιο προσβάλλει όχι μόνο την συνταγματική επιταγή για την προστασία του κύρους του δικαστή που εξειδικεύεται με το άρθρο 89 του Συντάγματος αλλά και αυτή την ίδια την έννοια της Δικαιοσύνης.
  
Επί της δευτερης παραγράφου:

Σε αντίθεση με όσα διαπιστώσαμε σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή της πρώτης παραγράφου, η διάταξη της δεύτερης παραγράφου δεν μας δημιουργεί τέτοιου είδους και εύρους προβλήματα. Διότι η παράγραφος αυτή αναφέρεται σε συγκεκριμένο όργανο με συγκεκριμένη αρμοδιότητα και συγκεκριμένο αριθμό δικαστικών λειτουργών που το στελεχώνουν, ήτοι τον ποδοσφαιρικό εισαγγελέα. Και φυσικά, το γεγονός ότι δεν απαριθμούνται από τον νόμο εξαντλητικά οι αρμοδιότητες και το ουσιαστικό δίκαιο που καλείται να εφαρμόσει, σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί την συνταγματικότητα και κανονικότητα της συγκεκριμένης ρύθμισης, αφού μια τέτοια εξαντλητική ρύθμιση δεν είναι δυνατή αλλά ούτε και επιθυμητή για κανένα δικαιοδοτικό όργανο του ποδοσφαίρου. Η ΕΠΟ έχει το αυτονόητο και συνταγματικά προστατευμένο δικαίωμα να καθορίζει τα του οίκου της να θέτει κανόνες ουσιαστικού και δικονομικού περιεχομένου για την λειτουργία των οργάνων της, πάντα όμως μέσα στο πλαίσιο των ελάχιστων προϋποθέσεων που πρέπει να  θέτει ο νόμος.


Επι της τρίτης και τέταρτης παραγράφου:
Περαιτέρω, με τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 5 επιχειρείται η μετατροπή των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών επιτροπών σε μονομελή δικαιοδοτικά όργανα, αφού με την παρ. 3 επανέρχεται το ποδόσφαιρο στο καθεστώς των μονομελών πρωτοβάθμιων δικαιοδοτικών οργάνων σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 119 του Ν. 2725/1999, για όλα τα ομαδικά αθλήματα, ενώ με την παράγραφο 4 καταργείται η αντίθετη διάταξη του άρθρου 127Β παρ.1 που προέβλεπε για το επαγγελματικό ποδόσφαιρο τριμελή πειθαρχική επιτροπή. Όμως, επειδή ο νόμος, υποθέτω εκ παραδρομής, καταργεί μόνο τις πειθαρχικές επιτροπές των επαγγελματικών ενώσεων και όχι και την πειθαρχική επιτροπή της ΕΠΟ που προβλέπεται στην παρ.2 του άρθρου 127Β, ουσιαστικά αυτοαναιρείται δημιουργώντας δύο ταυτόχρονα ισχύουσες αλλά αντικρουόμενες μεταξύ τους διατάξεις με τις οποίες το πρωτοβάθμιο πειθαρχικό όργανο της ΕΠΟ από τη μια εγκαθιδρύεται ως μονομελές και από την άλλη ως τριμελές. Ακόμη και αν δεχτούμε ότι εδώ δεν πρόκειται για αβλεψία αλλά για ενσυνείδητη εξαίρεση του ποδοσφαίρου από την γενική διάταξη του άρθρου 119 ν.2725/1999, μια τέτοια εξαίρεση δεν φαίνεται να έχει ουσιαστικό λόγο ύπαρξης, αφού δημιουργεί το δικονομικά αλλά και αθλητικά παράδοξο, μεγάλης σημασίας αγώνες του επαγγελματικού ποδοσφαίρου (π.χ. Ολυμπιακός – Παναθηναϊκός) να ελέγχονται πειθαρχικά από ένα μόνο τακτικό δικαστή, ενώ ήσσονος σημασίας αγώνες της ερασιτεχνικής Γ΄Εθνικής Κατηγορίας από τρείς.
Επισημαίνουμε πάντως με ιδιαίτερη αγωνία, και με αυτό κλείνω την εισήγησή μου, ότι ακόμη και αυτή τη στιγμή που μιλάμε, το μείζον πρόβλημα που αντιμετωπίζει η έννομη τάξη μας είναι η κατά σαφή παραβίαση του νόμου δημιουργία και μέχρι τώρα λειτουργία των πειθαρχικών επιτροπών  της ΕΠΟ ( πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας). Ενώ, όπως προαναφέραμε, ο νόμος προβλέπει τις επιτροπές αυτές ως τριμελείς, οι ΕΠΟ τις στελέχωσε με τακτικούς δικαστές ως πενταμελείς. Το γεγονός ότι σύμφωνα με το καταστατικό και τους κανονισμούς της έχουν απαρτία και μπορούν νόμιμα να συνεδριάζουν με τριμελή σύνθεση, μάλλον ως «τρίμπλα» για την καταστρατήγηση του νόμου μπορεί να κριθεί και όχι ως συμμόρφωση στη νομιμότητα. Οι τακτικοί δικαστές στελέχωσαν δηλαδή με τον τρόπο αυτό όργανα που δημιουργήθηκαν κατά παράβαση της κείμενης νομοθεσίας. Κάτι που νομίζω πρέπει να μας προβληματίσει όλους, κυρίως όμως το Υπουργείο Δικαιοσύνης, το Υπουργείο Αθλητισμού και τους ίδιους τους δικαστές που επιφορτίστηκαν με την απονομή δικαιοσύνης στο ποδόσφαιρο.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου