Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2015

Αλ.Κούγιας,Ζητήματα συνταγματικότητας και νομιμότητας του πρωτοβάθμιου μονομελούς δικαιοδοτικού οργάνου στο ποδόσφαιρο και του πειθαρχικού κώδικα της ΕΠΟ

Παραθέτουμε το δικόγραφο (έφεση) του Αλέξη Κούγια σε υπόθεση πειθαρχικής τιμωρίας της ΑΕΛ, με το οποίο, μεταξύ άλλων, τίθενται τα ζητήματα  που το ΙΔΕΑΔ ήδη έχει θέσει περί συνταγματικότητας της όλης διαδικασίας στελέχωσης των πειθαρχικών οργάνων με τακτικούς δικαστές αλλά και εγκυρότητας των κανονισμών που δεν έχουν υποβληθεί για έλεγχο νομιμότητας σύμφωνα με το άρθρο 27 Ν.2725/1999.


ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΦΕΣΕΩΝ ΤΗΣ ΕΠΟ
ΕΦΕΣΗ

Της ποδοσφαιρικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΠΑΕ ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΛΑΡΙΣΑΣ – ΑΕΛ, εδρεύουσα στη Λάρισα, οδός Κύπρου, αρ. 72, νομίμως εκπροσωπουμένης

ΚΑΤΑ

Της υπ' αρ. 324/5-11-2015 απόφασης του Πρωτοβάθμιου Μονομελούς Πειθαρχικού Οργάνου της Ένωσης Επαγγελματικού Ποδοσφαίρου Β΄ Εθνικής Κατηγορίας (Football League)


          Την 5/11/2015 μας κοινοποιήθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, δια της οποίας μας επιβλήθηκε συνολική χρηματική ποινή 49.625€ και συνολική ποινή διεξαγωγής αγώνα χωρίς θεατές δύο αγωνιστικών για τις αναφερόμενες στο διατακτικό πειθαρχικές παραβάσεις.
          Με την παρούσα έφεση ζητούμε να εξαφανιστεί η ως άνω απόφαση, να κριθεί εκ νέου η υπόθεση και να απαλλαγούμε από κάθε ποινή άλλως να μας επιβληθούν ποινές σύμφωνες με την αρχή της αναλογικότητας για τους νόμιμους, βάσιμους και συγκεκριμένους λόγους που αναπτύσσονται κατωτέρω:

          1. Μη νόμιμη σύνθεση του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού οργάνου λόγω αντισυνταγματικότητας του ά. 119 παρ. 3 ν. 2725/1999

          Σύμφωνα με το άρθρο 89 παρ. 2 του Συντάγματος η συμμετοχή Δικαστικών Λειτουργών σε συμβούλια ή επιτροπές με αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον η συμμετοχή τους αυτή προβλέπεται ειδικά από το νόμο. Ο συντακτικός νομοθέτης, χρησιμοποιώντας τους όρους «συμβούλια ή επιτροπές» αναφέρεται σε συλλογικά όργανα και όχι σε όργανα μονομελή, δε συγκεκριμένη διάταξη λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα της πρέπει να ερμηνεύεται στενά, ώστε να μην είναι δυνατό στην έννοια των συμβουλίων ή των επιτροπών να συμπεριληφθούν και τα μονομελή όργανα. Είναι χαρακτηριστικό ότι και το άρθρο 41 παρ.2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων, εκτελεστικού του Συντάγματος νομοθετήματος, ορίζει ότι ο Δικαστικός Λειτουργός προεδρεύει στα ως άνω συμβούλια ή επιτροπές, εκτός αν συμμετέχει υπουργός, υφυπουργός ή γενικός γραμματέας υπουργείου ή πρόκειται για νομοπαρασκευαστική επιτροπή με συμμετοχή Δικαστικού Λειτουργού με βαθμό κατώτερο του Προέδρου ή Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου ή αντίστοιχο. Δηλαδή και ο Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων δεν γνωρίζει τη συμμετοχή Δικαστικού Λειτουργού σε μονομελές όργανο.
          Έτσι, με την υπ' αρ. 2980/2010 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι δεν επιτρέπεται η ανάθεση σε Δικαστικό Λειτουργό διοικητικών καθηκόντων μονομελούς οργάνου, ανεξαρτήτως του αν το όργανο αυτό έχει πειθαρχικό, ελεγκτικό ή δικαιοδοτικό χαρακτήρα, διότι στην περίπτωση του μονομελούς οργάνου η ευθύνη προσωποποιείται σε μέγιστο βαθμό, με συνέπεια να υφίσταται κίνδυνος αμφισβήτησης του κύρους του δικαστικού λειτουργού επί προσβολής ενώπιον δικαστηρίου των αποφάσεών του ως ασκούντος καθήκοντα μονομελούς διοικητικού οργάνου. Με την ως άνω απόφαση το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι δεν ήταν νόμιμη η σύνθεση του Μονομελούς Οργάνου Ενστάσεων του ΟΓΑ επί αντιρρήσεων σε θέματα συντάξεων των ασφαλισμένων.
          Τούτων δοθέντων, είναι αντίθετη προς το άρθρο 89 παρ. 2 Σ η διάταξη του άρθρου 119 παρ. 3 ν. 2725/1999, η οποία μετά το νόμο 5326/2015 κατέστησε μονομελή τα πρωτοβάθμια πειθαρχικά όργανα των επαγγελματικών ενώσεων ποδοσφαίρου, και προβλέπει ότι τα όργανα αυτά στελεχώνονται από ένα Πρωτοδίκη της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης, διότι η συμμετοχή τακτικού Δικαστή στα όργανα αυτά είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα, αφού τα όργανα αυτά δεν είναι «συμβούλια ή επιτροπές» και κατά συνέπεια οι αποφάσεις των οργάνων αυτών είναι μη νόμιμες λόγω κακής σύνθεσης.
          Σημειωτέον δε ότι οι αποφάσεις των οργάνων αυτών προσβάλλονται με το ένδικο μέσο της έφεσης ενώπιον της Επιτροπής Εφέσεων της ΕΠΟ, η οποία συγκροτείται και αυτή πλέον αποκλειστικά από Τακτικούς Δικαστές και οι αποφάσεις της προσβάλλονται ενώπιον του Τακτικού Διαιτητικού Δικαστηρίου της ΕΠΟ, εφόσον συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις (οι οποίες εν προκειμένω δύνανται να συντρέχουν, εφόσον διατηρηθούν οι πρωτοδίκως επιβληθείσες ποινές, ά. 64 παρ.3 Καταστατικού ΕΠΟ), η δε σύνθεση του Τακτικού Διαιτητικού Δικαστηρίου αποτελείται τόσο από τακτικούς Δικαστές όσο και από διαιτητές που ορίζονται από τα μέρη και δεν είναι τακτικοί Δικαστές. Επομένως, το κύρος του Δικαστή του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού οργάνου δύναται να πληγεί διττώς τόσο κατά την κρίση της υπόθεσης ενώπιον της Επιτροπής Εφέσεων που συγκροτείται αποκλειστικά από συναδέλφους του, όσο και, υπό προϋποθέσεις, από το Τακτικό Διαιτητικό Δικαστήριο, το οποίο συγκροτείται και από μέλη που δεν είναι Δικαστές.

          2. Ακυρότητα του Πειθαρχικού Κώδικα ΕΠΟ λόγω παράβασης των άρθρων 27 ν. 2725/1999 και 15 παρ.2 ν. 4326/2015 εκ μέρους της ΕΠΟ

          Σύμφωνα με το άρθρο 27 ν. 2725/1999 οι γενικοί ή ειδικοί κανονισμοί, ως και οι τροποποιήσεις αυτών, που ψηφίζει η γενική συνέλευση των μελών κάθε αθλητικής ομοσπονδίας του οικείου αθλήματος, με τους οποίους τίθενται οι κανόνες που ισχύουν για όλα τα θέματα που αφορούν την οργάνωση και τη διεξαγωγή του αθλήματος ή των αθλημάτων που υπάγονται σε αυτή, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια, υπόκεινται σε έλεγχο νομιμότητας από τον Υπουργό Πολιτισμού. Σημειωτέον ότι βάσει του άρθρου 41Ζ του ίδιου νόμου στους ως άνω κανονισμούς συμπεριλαμβάνονται και οι πειθαρχικοί κανονισμοί.
          Μετά την παρέλευση άπρακτου ενός μηνός από την ημερομηνία υποβολής τους, οι κανονισμοί αυτοί θεωρούνται ότι έχουν νομίμως εκδοθεί. Αν κατά τον έλεγχο νομιμότητας κανονισμού διαπιστωθεί ότι ρυθμίσεις αυτού πρέπει να τροποποιηθούν, να συμπληρωθούν ή να εναρμονιστούν, ο κανονισμός αυτός αναπέμπεται στην οικεία ομοσπονδία, της οποίας το Δ.Σ. οφείλει να συμμορφωθεί, μέσα σε δέκα ημέρες από την αναπομπή. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, ο Υπουργός μπορεί να αναστείλει την τακτική επιχορήγηση της ομοσπονδίας
          Περαιτέρω, με το άρθρο 15 παρ.2 ν. 4326/2015 ορίστηκε ότι «Θέματα του ποδοσφαίρου και της οργάνωσης και λειτουργίας της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας, ρυθμίζονται από την Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία (Ε.Π.Ο.), στο πλαίσιο της αυτοδιοικητικής λειτουργίας της σύμφωνα με το καταστατικό και τους κανονισμούς της, τα οποία πρέπει να είναι εναρμονισμένα με το Σύνταγμα, την κείμενη νομοθεσία, με δεδομένο ότι η Ε.Π.Ο. διαχειρίζεται τις υποθέσεις της, ανεξάρτητα και χωρίς επιρροή από τρίτους, και σύμφωνα με τους κανονισμούς της Παγκόσμιας και Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου, μέλος των οποίων αποτελεί η Ε.Π.Ο.»
          Εν προκειμένω, όπως είναι κοινώς γνωστό, η ΕΠΟ δεν έχει υποβάλει στο Υπουργείο Πολιτισμού ούτε το Καταστατικό της αλλά ούτε και τους κανονισμούς που έχει εκδώσει προς ρύθμιση ειδικών θεμάτων, μεταξύ των οποίων και τους εφαρμοστέους εν προκειμένω Πειθαρχικό Κώδικα ΕΠΟ 2015 και Κανονισμό Αγώνων Πρωταθλημάτων Επαγγελματικών Ομάδων 2015, γεγονός για το οποίο ο Υφυπουργός Αθλητισμού κ. Κοντονής εξέφρασε την αγανάκτησή του σε πρόσφατη ομιλία του σε ημερίδα της ΙΔΕΑΔ. Επιπλέον, ο Πειθαρχικός Κώδικας 2015 δεν έχει εγκριθεί από τη γενική συνέλευση των μελών της ΕΠΟ, αλλά μόνον από την Εκτελεστική Επιτροπή (δηλαδή το διοικητικό συμβούλιο της ΕΠΟ), καθώς το (μη υποβληθέν για έλεγχο νομιμότητας) καταστατικό προβλέπει στο άρθρο 65 παρ.Β ότι οι Πειθαρχικοί Κανονισμοί ψηφίζονται από την Εκτελεστική Επιτροπή και δεν προβλέπεται υποβολή τους στη Γενική Συνέλευση για έγκριση, κάτι που οπωσδήποτε έρχεται σε σύγκρουση με το άρθρο 27 ν. 2725/1999.
          Επομένως, η επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων βάσει του Πειθαρχικού Κώδικα είναι παράνομη, καθόσον ο εν λόγω κανονισμός: α. δεν έχει υποβληθεί στο Υπουργείο Πολιτισμού για έλεγχο νομιμότητας και β. δεν έχει εγκριθεί από τη Γενική Συνέλευση της ΕΠΟ, αλλά απλώς έχει ψηφιστεί από την Εκτελεστική Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 65 παρ.Β του Καταστατικού, το οποίο είναι και παράνομο και μη υποβληθέν στο Υπουργείο Πολιτισμού για έλεγχο νομιμότητας.
          3. Εσφαλμένη και παρά το νόμο και το Σύνταγμα άρνηση εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας και εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, αποδεικτικών μέσων και ειδικών περιστάσεων αναφορικά: α. με την παράβαση της εισόδου οπαδών στον αγωνιστικό χώρο κατά τη διάρκεια του αγώνα, β. Την παράβαση της εισόδου οπαδών στον αγωνιστικό χώρο μετά τη λήξη του αγώνα, γ. Την ρίψη ενός χάρτινου ποτηριού προς το μέρος του πάγκου της φιλοξενούμενης ομάδας
         
          Σύμφωνα με το διατακτικό της εκκαλούμενης απόφασης μας επιβλήθηκαν:
α. χρηματική ποινή 37.500€ και μία αγωνιστική χωρίς θεατές για την είσοδο 10 φιλάθλων της ομάδας μας στον αγωνιστικό χώρο, για να πανηγυρίσουν, χωρίς να σημειωθούν βιαιοπραγίες κατά προσώπων ή φθορά ξένης ιδιοκτησίας.
β. χρηματική ποινή 15.000€ και μία αγωνιστική χωρίς θεατές για την είσοδο 30 φιλάθλων της ομάδας μας μετά τη λήξη του αγώνα, για να πανηγυρίσουν τη νίκη της ομάδας μας, χωρίς να σημειωθούν βιαιοπραγίες ούτε φθορά ξένης ιδιοκτησίας.
γ. χρηματική ποινή 6.750€ για ρίψη ενός χάρτινου ποτηριού από φίλαθλο της ομάδας μας.
          Η χρηματική ποινή της δεύτερης και της τρίτης παράβασης μειώθηκαν στο 1/2 κατά το σχηματισμό συνολικής χρηματικής ποινής, η οποία για τις συγκεκριμένες τρεις παραβάσεις ανήλθε στο ποσό των (37.500€+7.500€+ 3.375€=) 48.735€, δηλαδή οι εν λόγω τρεις παραβάσεις επέφεραν το 96% της συνολικής χρηματικής ποινής. Επίσης, εκ των ως άνω παραβάσεων επιβλήθηκε συνολική ποινή διεξαγωγής αγώνα χωρίς θεατές για δύο αγωνιστικές. Σημειώνεται ότι κατά την επιβολή των ως άνω ποινών επελέγη το ελάχιστο όριο εκ των προβλεπομένων στον Πειθαρχικό Κώδικα.
          Επειδή με το υπόμνημά μας υποστηρίξαμε ότι τα ως άνω περιστατικά του φύλλου αγώνα ήταν ήσσονος σημασίας και ζητήσαμε κατ' εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας την επιβολή της ποινής της επίπληξης ή χρηματικής ποινής όχι ανώτερης των 500€ αντί για τις δρακόντειες και εξοντωτικές κυρώσεις των αντίστοιχων κανόνων του Πειθαρχικού Κώδικα, το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Όργανο αφιέρωσε τις 4 πρώτες σελίδες της απόφασης στην ανάπτυξη ενός σκεπτικού που κατέληγε με τη διατύπωση ότι: «Η Πειθαρχική Επιτροπή δεν συνιστά κρατικό όργανο ούτε δικαστήριο, αλλά πειθαρχικό όργανο νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η Πειθαρχική Επιτροπή δεν δύναται να μην εφαρμόσει τους κανόνες του πειθαρχικού δικαίου που υποχρεούται να εφαρμόζει επικαλούμενη την αρχή της αναλογικότητας (σε συνδυασμό με κάποιο άλλο συνταγματικό δικαίωμα, 25 παρ.1β του Συντάγματος), διότι η συνταγματικός προβλεπόμενη υποχρέωση μη εφαρμογής αντισυνταγματικού νόμου κατ' άρθρο 93 παρ.4 του Συντάγματος δεν προκύπτει ότι απευθύνεται, εκτός από τα δικαστήρια κατά την εφαρμογή των νόμων, και στα πειθαρχικά όργανα νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου κατά την εφαρμογή από αυτά των πειθαρχικών κανόνων, τους οποίους έχουν θεσπίσει με πράξεις ιδιωτικού δικαίου τα νομικά αυτά πρόσωπα για την εσωτερική τους λειτουργία και στους οποίους υπάγονται τα μέλη των νομικών προσώπων με τη συμμετοχή τους σε αυτά.»
          Με βάση τα παραπάνω η εκκαλουμένη αρνήθηκε να εφαρμόσει την αρχή της αναλογικότητας κατά την επιβολή των πειθαρχικών κυρώσεων και περιορίστηκε να επιβάλει στην ομάδα μας τις ελάχιστες προβλεπόμενες από τα οικεία άρθρα πειθαρχικές κυρώσεις, οι οποίες όμως πρόδηλα είναι ιδιαίτερα βαριές και εξοντωτικές συγκρινόμενες με την ελάχιστη βαρύτητα των δικαζόμενων παραβάσεων, ακόμη και μετά το σχηματισμό των συνολικών ποινών.
          Με τα παραπάνω η εκκαλουμένη έσφαλε ως προς τη μη εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας και ακολούθως έσφαλε επιβάλλοντας πειθαρχικές κυρώσεις προδήλως υπέρμετρες και δυσανάλογες σε σχέση με τη βαρύτητα των δικαζόμενων πειθαρχικών παραβάσεων.
          Ειδικότερα, η εκκαλουμένη εσφαλμένα δέχθηκε ότι ως «πειθαρχικό όργανο νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου» δεν δεσμεύεται από την αρχή της αναλογικότητας και ότι πρέπει τυφλά να εφαρμόζει τον Πειθαρχικό Κώδικα.
          Καταρχάς, όπως είναι γνωστό από τη διδασκαλία του δικαίου των σωματείων (δοθέντος ότι τόσο η ΕΠΟ όσο και η Ένωση Επαγγελματικού Ποδοσφαίρου Β΄ Εθνικής είναι νπιδ σωματειακής μορφής) θεμέλιο της πειθαρχικής εξουσίας ενός σωματείου επί των μελών του είναι το άρθρο 88 του Αστικού Κώδικα, στις δε αρχές που διέπουν την εν λόγω πειθαρχική εξουσία περιλαμβάνεται: α. η αρχή της προηγούμενης ακρόασης του πειθαρχικά ελεγχόμενου μέλους, β. Η αναλογία ανάμεσα στην επιβαλλόμενη ποινή και το παράπτωμα, γ. Η αιτιολόγηση της απόφασης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί δικαστικά.
          (οράτε Γεωργιάδη Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, σελ. 162, του ιδίου Σύντομη Ερμηνεία του Αστικού Κώδικα, σελ. 201 επ.)
          Επίσης, η νομολογία των Δικαστηρίων έχει δεχθεί ότι κατά τον έλεγχο της πειθαρχικής εξουσίας του σωματείου επί των μελών του εφαρμόζεται μεταξύ άλλων το άρθρο 281 ΑΚ, στο οποίο θεμελιώνεται η αρχή της απαγορεύσεως της καταχρήσεως δικαιώματος με βάση κριτήρια καθαρώς αντικειμενικά, όπως είναι η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, όπως επίσης εφαρμόζεται και το άρθρο 20 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.(ΕφΑθ 2821/2000, ΔΕΕ 2000, σελ. 1237, ΕφΠατρ 281/2011, Αχαϊκή Νομολογία 2012, σελ. 30, ΕφΘεσ/κης 1316/2011, Αρμ 2011, σελ. 1796)          Περαιτέρω, ανεξαρτήτως του αν τίθεται κανείς υπέρ ή κατά της άμεσης τριτενέργειας των συνταγματικών δικαιωμάτων στο ιδιωτικό δίκαιο, είναι γεγονός ότι το άρθρο 281 ΑΚ ως γενική ρήτρα, αποτελεί το όχημα για την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας και στο ιδιωτικό δίκαιο. «Οι γενικές ρήτρες και οι αόριστες νομικές έννοιες αποτελούν ''πύλες εισόδου'' για την αξιοποίηση αρχών συνταγματικής περιωπής στα κανονιστικά υποσύνολα της έννομης τάξης. Η αρχή της αναλογικότητας, επομένως, χρησιμεύει για την εξειδίκευση της έννοιας των χρηστών ηθών, όπως αυτή χρησιμοποιείται από το νομοθέτη ως κριτήριο αξιολόγησης συμπεριφορών. Η διαπίστωση αυτή δεν επηρεάζεται από την τοποθέτηση στο ζήτημα της άμεσης ή της έμμεσης τριτενέργειας των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων... Η αρχή της αναλογικότητας, καίτοι ιστορικά έχει συνδεθεί με το δημόσιο δίκαιο, διαπερνά όλα τα υποσυστήματα του καθόλου δικαίου και ιδιαίτερα των κανόνων του ιδιωτικού δικαίου. Η ίδια η διατύπωση ορισμένων διατάξεων φανερώνει ότι οι κανόνες τους εγκολπώνονται εν σπέρματι το περιεχόμενο της αρχής. Χαρακτηριστικές είναι οι διατάξεις των άρθρων 179 ΑΚ, όπου γίνεται λόγος για ''υπερβολική δέσμευση'' (179 περ.α ΑΚ), καθώς και για ''φανερή δυσαναλογία'' (179 περ. β ΑΚ). Ομοίως στο άρθρο 281 ΑΚ, από όπου και αντλείται το περιεχόμενο της κατάχρησης δικαιωμάτων και για το πεδίο του αστικού δικονομικού δικαίου, χρησιμοποιείται η έννοια της ''προφανούς αντίθεσης στα χρηστά ήθη και την καλή πίστη''. Πρόκειται για έννοιες με ελαστικό περιεχόμενο, οι οποίες επιτρέπουν τη στάθμιση συμπεριφορών και συμφερόντων, στο πλαίσιο του προσδιορισμού της εύλογης, κατά περίπτωση, ρύθμισης. Σύμφωνα με αυτή τη συλλογιστική, η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί στοιχείο της τελολογικής ερμηνευτικής προσέγγισης των αορίστων νομικών εννοιών που επιβάλλει την αναζήτηση του ικανού, αλλά και αναγκαίου μέτρου για την πραγμάτωση του δικαιϊκού σκοπού, κατ' επιταγή της ιδέας της ουσιαστικής δικαιοσύνης, δυνάμει της οποίας επιτάσσεται η τήρηση της έννοιας του ''μέτρου''» (Δεβετζή Δημητρίου Αρχή της αναλογικότητας και κατάχρηση δικαιώματος στο πεδίο του αστικού δικονομικού δικαίου, Δικογραφία 2010, σελ. 218 επ.)
          Χαρακτηριστική είναι η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας μέσω της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ στο πειθαρχικό δίκαιο της ιδιωτικής επιχείρησης. Σύμφωνα με την ΕφΑθ 454/2003, ΕλλΔικ 2004, σελ. 233: «Ακόμη άκυρη ως καταχρηστική είναι η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης από τον εργοδότη, όταν, με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 281 του ΑΚ σε συνδυασμό προς την αρχή της αναλογικότητας (με τη μερικότερη έκφανση της ultima ratio, δηλαδή της αρχής ότι τα επαχθέστερα μέτρα αποτελούν έσχατη λύση) ως μέτρο εξειδικευτικό της τηρητέας καλής πίστης κατά την αξιολόγηση της καταχρηστικής ή μη, άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας, από τα περιστατικά της συγκεκριμένης περίπτωσης προκύπτει ότι η αποκατάσταση της έννομης τάξης στην επιχείρηση και η ικανοποίηση των συμφερόντων του εργοδότη μπορούσε αποτελεσματικά να εξασφαλιστεί με τη λήψη ηπιότερων μέτρων, όπως η επιβολή ανάλογης πειθαρχικής ποινής, η μετάθεση, η ανάθεση άλλων καθηκόντων κλπ., ώστε να διαφυλάσσεται παράλληλα και το συμφέρον του μισθωτού στη διατήρηση της εργασίας του ως μέσου βιοπορισμού και ανάπτυξης της επαγγελματικής και προσωπικής υπόστασής του.»
          Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Όργανο όφειλε να εφαρμόσει την αρχή της αναλογικότητας (υπό την έννοια της αναλογίας βαρύτητας του πειθαρχικού παραπτώματος και της επιβαλλόμενης κύρωσης) αν όχι ευθέως δυνάμει του άρθρου 25 του Συντάγματος, τουλάχιστον εμμέσως ως εξειδικευτική αρχή των εννοιών του άρθρου 281 ΑΚ που οπωσδήποτε εφαρμόζεται κατά την άσκηση πειθαρχικής εξουσίας.
          Σε κάθε περίπτωση όμως, η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας είναι ένα ζήτημα από πολλών ετών λυμένο στις Πειθαρχικές Επιτροπές της Ένωσης και της ΕΠΟ και εφαρμόζεται παγίως και απαρέγκλιτα σε όλων των ειδών τις πειθαρχικές υποθέσεις, ώστε να συνιστά ένα είδος νομολογιακού κεκτημένου, η δε προσπάθεια της εκκαλουμένης να αντιταχθεί σε αυτή τη νομολογία συνιστά οπισθοδρόμηση και όχι πρόοδο του νομικού μας πολιτισμού.
          Βάσει της αρχής της αναλογικότητας επιβάλλονταν ποινές κατώτερες εκείνων που προβλέπουν οι οικείες διατάξεις των άρθρων του Πειθαρχικού Κώδικα, εφόσον αυτό υπαγορεύεται από τις περιστάσεις εκάστης περίπτωσης, δηλαδή είτε χρηματικές ποινές κατώτερες του κατώτερου προβλεπόμενου ορίου είτε παράλειψη επιβολής απαξιωτικών ποινών όπως του υποβιβασμού είτε επιβολή επίπληξης αντί άλλης πειθαρχικής ποινής κλπ.
          Αναφέρονται ενδεικτικά οι κάτωθι περιπτώσεις:
          213/2011 Επιτροπή Εφέσεων ΕΠΟ, υπόθεση απόπειρας δωροδοκίας, δήθεν τελεσθείσας υπό του Γενικού Αρχηγού της ΠΑΕ ΠΑΝΑΧΑΪΚΗ Πέτρου Σταθάκη: «Περαιτέρω, η ως άνω όμως αντικειμενική ευθύνη της πρώτης εκκαλούσης ομάδας, δεν μπορεί και δεν πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας να τιμωρείται με τις απαξιωτικές ποινές που προβλέπει το άρθρο 21Α του ΠΚ της ΕΠΟ, όπως αυτές του υποβιβασμού για την ομάδα, καθόσον αφ' ενός πρέπει να τους (στην ομάδα και στον Πρόεδρό της) αναγνωρισθεί η καθομολογουμένη προσφορά τους στην αποκατάσταση του σεβασμού του αθλήματος του ποδοσφαίρου... αφ' ετέρου δε η βλάβη που τους προκαλείται με τις προβλεπόμενες ποινές είναι δυσανάλογα επαχθέστερη από την αναμενόμενη ωφέλεια του σεβασμού του αθλήματος του ποδοσφαίρου και δεδομένης της ανυπάρκτου συμμετοχής τους στο πειθαρχικό αδίκημα, την στιγμή που δεν αποδείχθηκε ουσιαστική υπαιτιότητα της ομάδας.»
          50/2014 Επιτροπή Εφέσεων ΕΠΟ, ύστερα από Έφεση του Ποδοσφαιρικού Εισαγγελέα, υπόθεση δυσφήμησης ποδοσφαιρικών αρχών και οργάνων, επιβολή χρηματικών ποινών 10 χιλιάδων και 40 χιλιάδων ευρώ στην ΠΑΕ ΠΑΝΑΧΑΪΚΗ και τον Πρόεδρό της, αντίστοιχα, αντί του τότε οριζόμενου στον ΠΚ ποσού των 60.000 ευρώ, με την αιτιολογία: «Όμως, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και άρθρο 6 παρ.1, 8 παρ.2, 9 παρ.2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ) που παγίως αναγνωρίζεται από τη νομολογία των δικαστηρίων και δεσμεύει τον εκάστοτε εφαρμοστή του δικαίου όπως είναι η παρούσα πειθαρχική επιτροπή, η αρμόζουσα ποινή για την ανωτέρω πειθαρχική παράβαση, η ανάλογη με τη βαρύτητα του παραπτώματος και με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ενόψει και των δυσμενών κοινωνικοοικονομικών συνθηκών που επικρατούν στον χώρο των ποδοσφαιρικών ομάδων και οι οποίες συνεκτιμώνται για το ύψος της χρηματικής ποινής και για την παραβίαση του ελάχιστου θεσμοθετημένου ορίου της, διαμορφώνεται εις το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000) για την ''ΠΑΕ ΠΑΝΑΧΑΪΚΗ ΓΕ 2005'' και των σαράντα χιλιάδων ευρώ (40.000) για τον Πρόεδρο αυτής Αλέξιο ΚΟΥΓΙΑ, λαμβανομένου υπ' όψιν και της κατηγορίας της Β΄ Εθνικής στην οποία αγωνίζεται η ανωτέρω εφεσίβλητη ομάδα. Η ποινή αυτή κρίνεται προσήκουσα και ανάλογη με την απαξία της πράξης τους...»
          14/2012, Επιτροπή Εφέσεων της ΕΠΟ, ρίψεις αντικειμένων και υβριστικά συνθήματα: «Ωστόσο η επιβληθείσα όμως χρηματική ποινή των 27.200, είναι δυσανάλογη και υπέρμετρη εν σχέσει με τη βαρύτητα των πειθαρχικών αδικημάτων και τις συνθήκες τέλεσής του. Και τούτο διότι επρόκειτο για ρίψεις αντικειμένων όπως μπουκαλιών νερού και 2 καφέδων και όχι πυρσών, κροτίδων, πυροτεχνημάτων και εν γένει εύφλεκτου υλικύ όπως απαιτούν κατά κύριον λόγο οι διατάξεις του άρθρου 15 παρ.3α ΠΚ, για τις οποίες προβλέπεται και πρέπει επιβάλλεται η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή των 35.000 ΕΥΡΩ που εν προκειμένω επιβλήθηκε για ρίψεις αντικειμένων. Εξ ετέρου δεδομένης της οικονομικής συγκυρίας και της οικονομικής δυσπραγίας που αντιμετωπίζουν οι ΠΑΕ, κρίνεται πως η επιβολή τέτοιου ύψους ποινών αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας που προβλέπει την ανάλογον και προσήκουσα ποινή, και ως εκ τούτου η επιβληθείσα ποινή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτει η αρχή της αναλογικότητος, καθόσον αντιστοιχεί σε σοβαρότερα και βαρύτερα παραπτώματα.»
          152/2014 Πρωτοβάθμια Πειθαρχική Επιτροπή ΕΠΟ, υπόθεση δυσφήμησης ποδοσφαιρικών οργανώσεων δια δημοσίων δυσμενών κρίσεων: Η Επιτροπή ότι το τότε ισχύον άρθρο 25 του ΠΚ/ΈΠΟ, «στο μέτρο που δεν θεσπίζει ένα πλαίσιο ποινής, δηλαδή ελάχιστο και μέγιστο όριο ποινής, μεταξύ των οποίων το δικαιοδοτικό όργανο θα έχει την ευχέρεια να επιλέξει, με βάση τις τρέχουσες σε κάθε περίπτωση περιστάσεις, την προσήκουσα χρηματική ποινή, αλλά προβλέπει, ανεξαρτήτως της βαρύτητας της πειθαρχικής παράβασης, την επιβολή συγκεκριμένου ποσού ως χρηματικής ποινής, παραβιάζει ευθέως την αρχή της αναλογικότητας, η οποία ως γενική αρχή του Δικαίου αναγνωρίζεται παγίως από τη Νομολογία των Δικαστηρίων ως απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, αλλά και των άρθρων 6 παρ.1 και 8 παρ.2, και 9 παρ.2 και 10 παρ.2 της ΕΣΔΑ και διέπει όλη τη δημόσια τάξη, δεσμεύουσα, μεταξύ άλλων, και τον εκάστοτε εφαρμοστή του Δικαίου, συνακόλουθα δε και την παρούσα Πειθαρχική Επιτροπή. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η παρούσα Επιτροπή έχει την εξουσία, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, αντί της παραπάνω ανελαστικής χρηματικής ποινής, που είναι βαρύτατη για τις πειθαρχικά ελεγχόμενες ΠΑΕ, όπου δεν αρμόζει αυτή, να επιβάλλει άλλη μικρότερη η οποία κατά την κρίση της θα είναι εξίσου αποτελεσματική και ανάλογη με την απαξία της Πειθαρχικής Παράβασης αυτών». - Επεβλήθη χρηματική ποινή 1000€.
          Ενόψει των ανωτέρω και με δεδομένη την (παράνομη ως προαναφέρθηκε) θέση σε ισχύ του Πειθαρχικού Κώδικα 2015, ο οποίος προβλέπει δυσβάσταχτες ποινές σε σχέση με τους προηγούμενους Κώδικες, η Super League και η Football League απεύθυναν έγγραφη έκκληση προς όλους τους Δικαστικούς Λειτουργούς που στελεχώνουν σήμερα όλα τα Πειθαρχικά Όργανα των επαγγελματικών ενώσεων και της ΕΠΟ (αρ. Πρωτ. 7073/9.10.2015) να συνεχιστεί και από αυτούς η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας και η αναγνώριση διαφόρων κατά περίπτωση ελαφρυντικών, όπως είχε παγιωθεί στη νομολογία των οργάνων τα προηγούμενα έτη, καθώς σε διαφορετική περίπτωση είναι σοβαρός ο κίνδυνος οικονομικού αφανισμού των ΠΑΕ από τις εξοντωτικές ποινές, πρόωρης αποχώρησής τους από τις διοργανώσεις και τελικά απαξίωσης των πρωταθλημάτων.
          Είναι δε εντελώς χαρακτηριστικό το αναφερόμενο παράδειγμα στο ως άνω έγγραφο της ρίψης ενός πλαστικού ποτηριού από μεμονωμένο φίλαθλο (διότι στη δική μας περίπτωση έχουμε χάρτινο ποτήρι), το οποίο επισύρει ποινή 9.000 έως 25.000€ την πρώτη φορά και σε περίπτωση υποτροπής 18.000 έως 50.000€, άρα αν ριφθούν 3 ποτήρια σε 3 αγώνες, η ομάδα κινδυνεύει με ποινή 125.000€ ή 93.750€, αναλόγως αν αγωνίζεται στη Super League ή τη Football League.
          Εν προκειμένω:
          1. Αναφορικά με την πειθαρχική παράβαση της εισόδου 10 (στην πραγματικότητα 4) οπαδών της ομάδας μας στον αγωνιστικό χώρο μετά την επίτευξη του 2ου τέρματος, για να πανηγυρίσουν, χωρίς να προκληθούν βιαιοπραγίες ή φθορές (άρθρο 15 παρ.4Α περ.β ΠΚ/ΕΠΟ)

          Η ως άνω διάταξη του Πειθαρχικού Κώδικα, η οποία τιμωρεί την ομάδα με χρηματική ποινή 37.500-67.500€ και 1-2 αγωνιστικές χωρίς θεατές, θεσπίζουσα μάλιστα αντικειμενική ευθύνη για την ομάδα λόγω συμπεριφοράς ανώνυμων προσώπων που δεν συνδέονται με αυτήν (οπαδών) και χωρίς να περιλαμβάνει κριτήρια ευθύνης (πχ παράλειψη λήψης προστατευτικών μέτρων) είναι πρόδηλα αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας και καταχρηστική κατ' ά. 281 ΑΚ, εφόσον ερμηνευθεί έτσι ώστε να επιβάλλονται οι ως άνω ποινές ακόμη και όταν δεν διακόπηκε ο αγώνας, καθόσον σε μια τέτοια περίπτωση δεν εξυπηρετεί ούτε το σκοπό της καταπολέμησης της βίας στα γήπεδα (αφού το ίδιο το άρθρο προβλέπει ότι δεν υπήρξαν βιαιοπραγίες ή φθορές) αλλά ούτε και το σκοπό της διασφάλισης της εύρυθμης διεξαγωγής του αγώνα, αφού η εύρυθμη διεξαγωγή πλήττεται μόνο όταν ο αγώνας διακόπτεται έστω προσωρινά. Συνεπώς, πρέπει η ως άνω διάταξη να τυγχάνει εφαρμογής μόνο όταν εκ της εισόδου των φιλάθλων διεκόπη ο αγώνας (τελολογική συσταλτική ερμηνεία), καθώς σε διαφορετική περίπτωση οδηγεί σε επιβολή ποινής χωρίς να υπάρχει ουσιαστική πειθαρχική παράβαση.
          Περαιτέρω, και ανεξαρτήτως των ως άνω παρατηρήσεων, στη συγκεκριμένη περίπτωση έλαβε χώρα είσοδος μικρού αριθμού φιλάθλων, για να πανηγυρίσουν, οι οποίοι μάλιστα δεν ήσαν 10, ως εσφαλμένως δέχθηκε η εκκαλουμένη, αλλά μόνο 4, οι οποίοι απομακρύνθηκαν άμεσα, ως αναφέρει σαφώς η έκθεση του παρατηρητή του αγώνα, με συνέπεια να μη διαταραχθεί η ομαλή ροή του αγώνα, γεγονός που οφείλεται και στην πρόσληψη ιδιωτικής ασφάλειας εκ μέρους της εταιρείας μας για το χώρο του γηπέδου με ανάληψη της σχετικής δαπάνης (το σχετικό τιμολόγιο προσκομίστηκε στο Πρωτοβάθμιο Όργανο).
          Επομένως, η επιβολή έστω και της ελάχιστης προβλεπόμενης κύρωσης της χρηματικής ποινής 37.500€ και της μιας αγωνιστικής χωρίς θεατές, με τεράστια ηθική και οικονομική ζημία της ομάδας που θα στερηθεί τις αντίστοιχες εισπράξεις από τα εισιτήρια αλλά και την στήριξη των φιλάθλων, υπό συνθήκες γενικευμένης οικονομικής κρίσης, για μια άνευ σημασίας και επικινδυνότητας παράβαση σε μια ομάδα που αγωνίζεται στη δεύτερη επαγγελματική κατηγορία, είναι πρόδηλα και αφόρητα υπέρμετρη και δυσανάλογη και δεν μπορεί να γίνει ανεκτή στο πλαίσιο εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας και του άρθρου 281 ΑΚ.       
          Θα πρέπει συνεπώς η υπό κρίση διάταξη είτε να κριθεί ανεφάρμοστη στην περίπτωσή μας, είτε να επιβληθεί επίπληξη είτε χρηματική ποινή όχι ανώτερη των 500€.

          2. Αναφορικά με την πειθαρχική παράβαση της εισόδου 30 οπαδών της ομάδας μας στον αγωνιστικό χώρο μετά τη λήξη του αγώνα, για να πανηγυρίσουν, χωρίς να προκληθούν βιαιοπραγίες ή φθορές (ά. 15 παρ.4Β περ. β ΠΚ/ΕΠΟ)
         
          Η ως άνω διάταξη του Πειθαρχικού Κώδικα στερείται οποιασδήποτε ουσιαστικής δικαιολόγησης, καθώς δεν εξυπηρετεί ούτε την καταπολέμηση της βίας στα γήπεδα, αφού ορίζει ότι δεν προκλήθηκαν βιαιοπραγίες ή φθορές, αλλά ούτε και την εύρυθμη διεξαγωγή του αγώνα, αφού η είσοδος των φιλάθλων γίνεται μετά τη λήξη του. Κατά συνέπεια, η επιβολή οποιασδήποτε ποινής, πολλώ δε μάλλον της λίαν εξοντωτικής και δυσβάσταχτης χρηματικής ποινής 15.000-37.500€ και διεξαγωγή ενός αγώνα χωρίς θεατές, έρχεται σε πρόδηλη και αφόρητη σύγκρουση με την αρχή της αναλογικότητας, καθώς αποτυγχάνει ήδη στο πρώτο τεστ που είναι η προσφορότητα/καταλληλότητα του μέτρου να επιτύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό, σε κάθε δε περίπτωση είναι καταχρηστική κατ' ά. 281 ΑΚ.
          Σημειωτέον ότι στην υπό κρίση περίπτωση εισήλθαν όχι 30, αλλά μόνο 8 οπαδοί, για να πανηγυρίσουν, οι οποίοι απομακρύνθηκαν άμεσα, ως σαφέστατα αναφέρει η έκθεση του παρατηρητή του αγώνα. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι στο τέλος του αγώνα, όλοι οι ποδοσφαιριστές και οι παράγοντες της ομάδας μας καθώς και όλοι οι χιλιάδες φίλαθλοί μας παρέμειναν στο γήπεδο τουλάχιστον για μία ώρα πανηγυρίζοντας και τραγουδώντας συνθήματα υπέρ της ομάδας, δημιουργώντας μια εορταστική ατμόσφαιρα που ανέδειξε τον αγώνα ως γιορτή του ποδοσφαίρου και δεν γίνεται αντιληπτό πώς μπορεί μια τέτοια υπέροχη εικόνα να ανταμείβεται με την επιβολή εξοντωτικών πειθαρχικών ποινών.
          Επομένως, πρόκειται για περιστατικό ήσσονος σημασίας που είτε πρέπει να μείνει πειθαρχικά ανέλεγκτο, είτε να επιβληθεί επίπληξη ή χρηματική ποινή όχι ανώτερη των 200€.
          3. Αναφορικά με την παράβαση της ρίψης ενός χάρτινου ποτηριού προς το μέρος της φιλοξενούμενης ομάδας (ά. 15 παρ.3 περ. Βα ΠΚ/ΕΠΟ)
         
          Η ως άνω διάταξη του Πειθαρχικού Κώδικα, η οποία τιμωρεί τη ρίψη αντικειμένων απρόσφορων να προκαλέσουν σωματική βλάβη με χρηματική ποινή 6.750-18.750€, προσβάλλει κατάφωρα και βάναυσα την αρχή της αναλογικότητας, καθώς πρόδηλα δεν εξυπηρετεί ούτε το σκοπό της καταπολέμησης της βίας ούτε το σκοπό της εύρυθμης διεξαγωγής του αγώνα, αφού δεν συνδέεται με διακοπή αυτού.
          Επίσης, η αντικειμενική ευθύνη που θεσπίζεται σε βάρος της ομάδας για συμπεριφορά οπαδών αυτής, είναι εντελώς αδικαιολόγητη, καταχρηστική και μη ανεκτή στο πλαίσιο του άρθρου 281 ΑΚ, μη συμβατή με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος (του σωματείου να επιβάλει κυρώσεις στα μέλη του για την προάσπιση των σκοπών του), διότι η ρίψη ακίνδυνων αντικειμένων εκ μέρους κάποιου θεατή δεν μπορεί να αποτραπεί από μια ομάδα ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας, εκτός αν μπορούσε να επιβάλει την είσοδο των φιλάθλων στο γήπεδο παντελώς γυμνών. Όπως είναι κοινώς γνωστό, εφόσον η παραμονή των φιλάθλων στο γήπεδο υπολογίζεται περίπου σε δύο ώρες (90 λεπτά αγώνα, 15 λεπτά ημίχρονο και κάποιος χρόνος πριν και μετά), δικαιούνται να έχουν μαζί τους νερό ή αναψυκτικό, το οποίο είναι αναγκαίο για την υγεία τους, άρα δικαιούνται να φέρουν πλαστικά μπουκάλια και ποτήρια, καθώς και χάρτινα δοχεία ή ποτήρια, τα οποία οι αστυνομικοί επιτρέπουν στον έλεγχο, ακριβώς επειδή είναι ακίνδυνα. Επομένως, είναι απολύτως αδύνατο για μια ομάδα να αποτρέψει τη ρίψη ενός τέτοιου ακίνδυνου αντικειμένου εκ μέρους κάποιου θεατή στο γήπεδο (εν προκειμένω χάρτινου ποτηριού), άρα δεν γίνεται αντιληπτό με ποιο σκεπτικό πρέπει να τιμωρείται μια ομάδα σε περίπτωση που συμβεί κάτι τέτοιο.
          Κατά συνέπεια θα πρέπει η ως άνω διάταξη είτε να κριθεί ανεφάρμοστη στην περίπτωσή μας, είτε να επιβληθεί η ποινή της επίπληξης άλλως της χρηματικής ποινής όχι ανώτερης των 100€.
          Επειδή τα ως άνω είναι νόμιμα, βάσιμα και αληθή.
          Επειδή η παρούσα ασκείται νομίμως και εμπροθέσμως.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Και με τη ρητή επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός μας

ΑΙΤΟΥΜΕΘΑ

          Να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεσή μας τυπικά και ουσιαστικά.
          Να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη 324/5-11-2015 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Μονομελούς Πειθαρχικού Οργάνου της Ένωσης Επαγγελματικού Ποδοσφαίρου Β΄ Εθνικής Κατηγορίας (Football League).
          Να απαλλαγούμε από κάθε πειθαρχική κατηγορία, άλλως οι τυχόν επιβληθησόμενες σε μας πειθαρχικές κυρώσεις να μειωθούν κατά τα ανωτέρω αναλυτικώς εκτιθέμενα σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.
          Να μας επιστραφεί το παράβολο της έφεσης.
Αθήνα, 09/11/2015
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΕ
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΣ

ΑΛΕΞΙΟΣ Χ. ΚΟΥΓΙΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου