Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017

Σ. Χριστοφορίδης, Νομοθετικές αβελτηρίες στο χώρο του ποδοσφαίρου

Από την ομιλία του κου Χριστοφορίδη στην ημερίδα της 20-10-2017



Ι. Εισαγωγή
ΙΙ. Περιεχόμενο Νόμου Κοντονή
Α. Ευθύνη τήρησης δημόσιας τάξης
Β. Εξουσιοδότηση κατά παράβαση αρχής ειδικότητας – Κριτική άποψης: μάλλον παραβίαση αρχής αναλογικότητας
ΙΙΙ. Δικονομία αθλητικών υποθέσεων
Α. Γενικά
Β. Απόφαση ΔΕφΑθ 564/2016 (Ακυρ.)
IV. Επίλογος

Ι. Εισαγωγή

Η σημαντική θετική κοινωνική επιρροή του αθλητισμού, ως ατομικής και ως συλλογικής δραστηριότητας, αναγνωρίστηκε από τον αναθεωρητικό νομοθέτη του Συντάγματος του 1975, ο οποίος κατοχύρωσε συνταγματικά το κοινωνικό δικαίωμα στον αθλητισμό, έθεσε τον αθλητισμό υπό την προστασία του Κράτους και προέβλεψε την επιχορήγηση των ενώσεων των αθλητικών σωματείων ως κρατική υποχρέωση (άρθρο 16 παρ. 9 του Συντάγματος). Προς εκπλήρωση της συνταγματικής υποχρέωσης προστασίας του αθλητισμού ψηφίστηκε και ο Ν. 4326/2015 («Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της βίας στον αθλητισμό και άλλες διατάξεις.», ΦΕΚ Α΄ 49/13.05.2015), τα προβλεπόμενα προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα του οποίου στοχεύουν σύμφωνα με τη σχετική αιτιολογική έκθεση στην άµεση, δραστική και αποτελεσματική αντιμετώπιση της συχνά ανεξέλεγκτης αθλητικής βίας, δηλαδή της βίας εξ αφορµής αθλητικών εκδηλώσεων. Ωστόσο, μένει να αποδειχθεί εάν πράγματι οι ρυθμίσεις του Ν. 4326/2015 και ειδικότερα των διατάξεων του άρθρου 1 αυτού, δυνάμει των οποίων χορηγείται ευρεία διακριτική ευχέρεια στον αρμόδιο για τον αθλητισμό Υπουργό για επιβολή υπέρογκων χρηματικών προστίμων και άλλων διοικητικών μέτρων σε σοβαρές περιπτώσεις φαινομένων αθλητικής βίας, συμβάλλουν στην εκπλήρωση από την πολιτεία της υποχρέωσής της να προστατεύει τον αθλητισμό ή εάν με τις εν λόγω ρυθμίσεις επιχειρείται έμμεσα να μετακυλισθεί η εν λόγω ευθύνη του Κράτους στα εμπλεκόμενα με τον αθλητισμό φυσικά ή νομικά πρόσωπα είναι ζήτημα υπό διερεύνηση.

«Εις νόμος απαιτείται εις αυτήν την χώραν», έγραψε ο Ροΐδης στον Ασμοδαίο, εις νόμος, «ο οποίος να επιτάσσει την εφαρμογήν όλων των υπολοίπων νόμων». Από την πολυετή δικηγορική μου εμπειρία και την εξίσου μακρόχρονη ενασχόλησή μου με τον αθλητισμό ως νομικός σύμβουλος αθλητικών ομάδων, έχω διαπιστώσει μετά λύπης μου ότι ο σύγχρονος νομοθέτης αδυνατεί να ανταπεξέλθει στην υποχρέωσή του για προστασία του αθλητισμού εξαιτίας ελλιπούς εφαρμογής των υπαρχουσών νομοθετικών διατάξεων. Η υιοθέτηση, δηλαδή, ακραίων μέτρων, προκύπτει ακριβώς από την αδυναμία επιβολής των ήδη προβλεπόμενων ποινών. Επειδή λοιπόν αδυνατεί η πολιτεία να εντοπίσει και να συμμορφώσει τους πραγματικά υπαιτίους των φαινομένων αθλητικής βίας, θέσπισε δρακόντεια μέτρα με αποδέκτες ακόμη και αμέτοχα στα επεισόδια αθλητικής βίας φυσικά και νομικά πρόσωπα προς παραδειγματισμό, καταλογίζοντάς τους το γεγονός ότι δεν απέτρεψαν ή δεν κατέστειλαν τα φαινόμενα βίας εντός και εκτός των αθλητικών χώρων!

ΙΙ. Περιεχόμενο Νόμου Κοντονή

Ας υπεισέλθουμε τώρα στους ειδικότερους νομικούς προβληματισμούς, που ανέκυψαν με τη θέσπιση του Ν. 4326/2015. Με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 4326/2015 ο νομοθέτης θέσπισε για πρώτη φορά διάταξη, δυνάμει της οποίας υποχρεώνονται οι ιδιώτες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, που σχετίζονται με τον αθλητισμό, αλλά και οι αθλητικοί φορείς να ενεργούν κάθε τι απαραίτητο προς το σκοπό τόσο της πρόληψης, όσο και της αποτροπής φαινομένων βίας επ’ αφορμή αθλητικών εκδηλώσεων. Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει ουσιαστικά την ύπαρξη “ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης” των εμπλεκομένων με τον αθλητισμό φορέων ή φυσικών και νομικών προσώπων προς δράση κατά των φαινομένων βίας ή ακόμη για την αποτροπή τυχόν κρουσμάτων βίας στον χώρο του αθλητισμού, παρά το γεγονός ότι στην ίδια την αιτιολογική έκθεση του ως άνω νόμου αναγνωρίζεται ως βασική συνταγματική υποχρέωση της πολιτείας -και όχι των πολιτών- η καταπολέμηση των επικίνδυνων φαινομένων βίας, που λαμβάνουν χώρα στα πλαίσια αθλητικών εκδηλώσεων.

Στη δε παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 4326/2015 παρέχεται στον αρμόδιο για τον Αθλητισμό Υπουργό η διακριτική ευχέρεια να επιβάλλει, σε σοβαρές περιπτώσεις τέλεσης επεισοδίων, παρότρυνσης σε πρόκληση επεισοδίων, ρατσιστικών συμπεριφορών και εν γένει φαινομένων βίας, που σχετίζονται με τον αθλητισμό, εντός ή εκτός αγωνιστικών χώρων, με αιτιολογημένες αποφάσεις του, και κατόπιν σύμφωνης γνώμης της Διαρκούς Επιτροπής για την Αντιμετώπιση της Βίας (Δ.Ε.Α.Β.), πρόστιμα στα οικεία αθλητικά σωματεία, Τμήματα Αμειβομένων Αθλητών (Τ.Α.Α.) και Αθλητικές Ανώνυμες Εταιρίες (Α.Α.Ε.), καθώς και στις οικείες αθλητικές ομοσπονδίες ή/και επαγγελματικούς συνδέσμους, αλλά και μεμονωμένα σε φυσικά πρόσωπα, μετά από προηγούμενη κλήση και ακρόασή τους, τα οποία μπορούν να κυμαίνονται από δέκα χιλιάδες (10.000) έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ. Ως ελαφρυντικές μόνο περιστάσεις αναγνωρίζονται κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου α) η συνεργασία των προαναφερθέντων νομικών και φυσικών προσώπων με τις Αρχές, και β) η παροχή σχετικών στοιχείων και τούτου υπό την προϋπόθεση ότι έχουν ως αποτέλεσμα τον εντοπισμό και τη σύλληψη των δραστών. Μάλιστα σε ιδιαίτερα σοβαρές περιπτώσεις ο αρμόδιος Υπουργός έχει πλέον τη δυνατότητα να ανακαλεί την υφιστάμενη ειδική αθλητική αναγνώριση.

 Νομικοί προβληματισμοί

Α. Ευθύνη τήρησης δημόσιας τάξης

Σε αντίθεση όμως με το περιεχόμενο του άρθρου 1 του Νόμου Κοντονή, τονίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 41Δ του 2725/1999 ότι “1. Η αρμοδιότητα για την τήρηση της τάξης κατά τις αθλητικές συναντήσεις εντός και εκτός των αγωνιστικών χώρων ανήκει στην Ελληνική Αστυνομία ή στο Λιμενικό Σώμα, εφόσον η αθλητική συνάντηση διεξάγεται σε περιοχή δικαιοδοσίας του”. Η διάταξη αυτή, η οποία παρεμπιπτόντως δεν καταργήθηκε τουλάχιστον ρητά από το Ν. 4326/2015, προβλέπει ότι την ευθύνη διατήρησης της δημόσιας τάξης κατά τη διάρκεια αθλητικών διοργανώσεων φέρει αποκλειστικά η Ελληνική Αστυνομία ή υπό περιπτώσεις το Λιμενικό Σώμα. Οι αθλητικοί φορείς οφείλουν μόνο να συνεργάζονται με την αρμόδια αστυνομική αρχή και να συμμορφώνονται στις υποδείξεις και αποφάσεις της αναφορικά με την εξασφάλιση ομαλής τέλεσης των αθλητικών εκδηλώσεων. Η ανωτέρω διάταξη αποβλέπει αφενός στην προστασία του γενικού συμφέροντος και αφετέρου στην προστασία της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των πολιτών, συνεπώς, τυχόν παραβίασή της από κρατικά όργανα, με πράξεις ή παραλείψεις τους κατά την ενάσκηση της δημόσιας εξουσίας τους, δύναται να στοιχειοθετήσει υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα.

Επομένως, με τη θέσπιση υποχρέωσης υπό την απειλή επιβολής υψηλού χρηματικού προστίμου των εμπλεκομένων σε αθλητικές εκδηλώσεις φορέων, αλλά και φυσικών ή νομικών προσώπων να αποτρέπουν και να καταστέλλουν φαινόμενα αθλητικής βίας, μεταβιβάζεται εν μέρει η κρατική αρμοδιότητα περί διασφάλισης της δημόσιας τάξης, η οποία όμως ως εμπίπτουσα στον πυρήνα της κρατικής εξουσίας τυγχάνει ανεκχώρητη. Ειδικότερα, οι δραστηριότητες που εμπίπτουν στο θεμελιώδη πυρήνα των κρατικών αρμοδιοτήτων, ανήκουν στα ουσιώδη καθήκοντα ή στην κυριαρχική εξουσία του Κράτους και η άσκησή τους ανήκει μόνο στο Κράτος ή σε άλλα ΝΠΔΔ. Αυτού του είδους οι υπηρεσίες, που ανάγονται σε συγκεκριμένους κρατικούς σκοπούς, είναι αναπόσπαστες από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας, ως έκφραση κυριαρχίας, και δεν επιτρέπεται να παραχωρηθούν σε κάποιον ιδιώτη. Κατ' ουσίαν με την ανωτέρω διάταξη παραγνωρίζεται ότι αποτελεί ειδικότερη αποστολή της Αστυνομίας -και όχι των ιδιωτών- η «απρόσκοπτη κοινωνική διαβίωση των πολιτών» και η «προστασία των ατομικών ελευθεριών του πολίτη».

Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία έχει ερμηνευθεί ότι κατά την συνδυαστική ερμηνεία των άρθρων 1 παρ. 3 και 26 παρ. 2 του Συντάγματος συνάγεται ότι «η αστυνομική εξουσία, ως η κατ’ εξοχήν δημόσια εξουσία και έκφραση κυριαρχίας, ασκείται, διά της αστυνομικής αρχής, μόνο από το κράτος (και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, που και αυτά είναι αποκεντρωμένες καθ’ ύλην δημόσιες υπηρεσίες) και όχι από ιδιώτες.»

Β. Εξουσιοδότηση κατά παράβαση αρχής ειδικότητας – Κριτική άποψη: μάλλον παραβίαση αρχής αναλογικότητας

Ένα δεύτερο σημείο, το οποίο χρήζει περαιτέρω ανάλυσης, είναι η εκφρασθείσα από τη θεωρία άποψη ότι η νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του παραπάνω Νόμου, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του Ν.4373/2016, τυγχάνει αντισυνταγματική λόγω ευθείας παραβίασης του άρθρου 43 παρ.2 εδ. α΄ του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει ότι για τις κανονιστικές πράξεις (πόσο μάλλον για τις ατομικές διοικητικές πράξεις, όπως αυτές της επιβολής διοικητικού προστίμου) πρέπει να τηρείται η αρχή της ειδικότητας. Με βάση την αρχή αυτή απαιτείται να μην υφίσταται γενικός και αόριστος χαρακτήρας για την πρόβλεψη των προστίμων, αλλά θα πρέπει να τίθενται συγκεκριμένα κριτήρια, κατηγοριοποιήσεις και διαβάθμιση του ύψους των προστίμων με κλιμάκωση αυτών, όπως αντίστοιχα ορθώς θεσπίζεται στο άρθρο 41Ζ του Ν.2725/1999, όπου ενδεικτικά αναφέρουμε πως μια βασικότατη διάκριση και εξειδίκευση των προστίμων του άρθρου αυτού προέρχεται ήδη από τον σωστό διαχωρισμό του ύψους των προστίμων ανάμεσα στα αθλητικά σωματεία, στα οποία επιφυλάσσονται μικρότερα πρόστιμα, και στα Τ.Α.Α. και στις Α.Α.Ε., όπου επιφυλάσσονται μεγαλύτερα, και ακόμα ειδικότερα τα πρόστιμα αυξάνονται χαρακτηριστικά, όταν πρόκειται για Π.Α.Ε. ή Κ.Α.Ε. της SL και της Α1 κατηγορίας καλαθοσφαίρισης, προφανώς λαμβάνοντας υπ’όψιν ο Νομοθέτης το γεγονός πως δε δύναται να εξισωθεί ένα μικρό σωματείο ή ένα Τ.Α.Α., που αγωνίζεται σε κατώτερες κατηγορίες με μια μεγάλη Π.Α.Ε. της SL με μεγάλο οικονομικό μέγεθος και έσοδα, ως προς τον υπολογισμό και την επιβολή προστίμου κατά περίπτωση, κάτι το οποίο δε διακρίνεται στο σύνολο της διατύπωσης του άρθρου 1 του Ν.4326/2015.

Από το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος παρέχεται στο κοινό Νομοθέτη το δικαίωμα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητα προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην Νομοθετική εξουσία, πλην όμως, για να είναι νόμιμη η νομοθετική αυτή εξουσιοδότηση, οφείλει να είναι ειδική και ορισμένη, επομένως εξ αντιδιαστολής δεν πρέπει να είναι γενική και αόριστη, ανεξαρτήτως του εάν αυτή είναι ευρεία ή στενή ως προς τις περιπτώσεις που μνημονεύει, τις οποίες η διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει κανονιστικώς βάσει της νομοθετικής εξουσιοδότησης. Εφόσον η νομοθετική αυτή εξουσιοδότηση ως προς το περιεχόμενό της είναι ορισμένη, το κύρος της δεν επηρεάζεται από το εύρος της. Με την διάταξη, δε, του άρθρου 43&2 εδ.2 του Συντάγματος προβλέπεται ότι ο φορέας της νομοθετικής εξουσιοδότησης μπορεί να είναι εκτός του Π.τ.Δ. και άλλο όργανο της Διοίκησης, εφόσον όμως παρέχεται εξουσιοδότηση προς ρύθμιση, μεταξύ άλλων «ειδικότερων» θεμάτων. Κατά τα ανωτέρω, δηλαδή, απαιτείται το νομοθετικό κείμενο να περιέχει όχι μόνο τον καθ’ ύλη προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης, αλλά επιπλέον και την ουσιαστική ρύθμισή του, ακόμα και σε γενικό πλην όμως ορισμένο πλαίσιο, με βάση το οποίο θα ενεργήσει η διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα γενικότερα θέματα. Ακόμα όμως και αν, κατά τα ανωτέρω οριζόμενα, με το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος παρέχεται εξουσιοδότηση προς τη διοίκηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων, ενώ στον Νόμο 4326/2105 παρέχεται η δυνατότητα στον αρμόδιο για τον Αθλητισμό Υπουργό για την έκδοση ατομικών διοικητικών πράξεων, τούτο καθόλου δεν αποδυναμώνει την άποψη για τον Συνταγματικό Έλεγχο κατ’ άρθρο 43 παρ.2 του Συντάγματος, του άρθρου 1 του Ν. 4326/2015, στο βαθμό του ότι, η έννοια της ειδικότητος, που απορρέει από το άρθρο αυτό του Συντάγματος, ισχύει, φυσικά, και πολύ περισσότερο στις ατομικές διοικητικές πράξεις, αφού με αυτές ο διοικούμενος πλήττεται, όχι γενικώς και ενδεχομένως, αλλά ειδικά και συγκεκριμένα και κατά συνέπεια είναι πολύ περισσότερο εκτεθειμένος σε κάθε αυθαιρεσία από την πλευρά της διοικήσεως.

Ωστόσο, η προαναφερθείσα άποψη μέρους της θεωρίας προσωπικά δε με πείθει απόλυτα και εξηγούμαι αμέσως: Η ευρεία διακριτική ευχέρεια που παρέχεται προς τον αρμόδιο Υπουργό Αθλητισμού με το άρθρο 1 του Ν.4326/2015, ώστε να δύναται να επιβάλλει πρόστιμα, που ξεκινούν από μερικές χιλιάδες ευρώ έως εκατομμύρια ευρώ, όντως αποτελεί μία νομικά πλημμελής ρύθμιση, αλλά το νομικό της σφάλμα έγκειται στο γεγονός ότι παραβιάζει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, η οποία λειτουργεί ως όριο της πολιτικής εξουσίας του νομοθέτη, της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης και της ερμηνευτικής εξουσίας του δικαστή με σκοπό τη διαφύλαξη της κανονιστικής ποιότητας και της τυπικής υπεροχής του Συντάγματος. Ειδικότερα, η νομολογία δέχεται ότι ένα μέτρο που προβλέπεται από διάταξη νόμου ως κύρωση για παράβαση διατάξεως, τότε μόνο αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, όταν από το είδος του ή τη φύση του είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού ή όταν οι δυσμενείς συνέπειες του μέτρου τελούν σε προφανή δυσαναλογία ή υπερακοντίζουν τον επιδιωκόμενο σκοπό. Εν προκειμένω με τις νέες διατάξεις δεν οριοθετείται ένα εύλογο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, δηλαδή την περιστολή των φαινομένων αθλητικής βίας, ανώτατο όριο των προβλεπόμενων χρηματικών προστίμων, ούτε τίθενται από το νόμο κριτήρια αξιολόγησης για την επιμέτρηση των διοικητικών προστίμων, καθιστώντας τις σχετικές διατάξεις παράνομες ως αντιβαίνουσες στην αρχή της αναλογικότητας.  

ΙΙΙ. Δικονομία αθλητικών υποθέσεων

Α. Γενικά

Αναφορικά με το ένδικο βοήθημα, που ασκείται κατά των αποφάσεων του αρμοδίου για τον Αθλητισμό Υπουργού πρέπει να διακρίνουμε αφενός τις περιπτώσεις, που η προσβληθείσα πράξη αφορά επιβολή προστίμου και αφετέρου τις περιπτώσεις, που η προσβληθείσα πράξη αφορά την επιβολή άλλων διοικητικών ποινών. Αναλυτικότερα, το ένδικο βοήθημα, με το οποίο διώκεται η ακύρωση πράξεως, με την οποία προβλέφθηκε κάποιο προληπτικό μέτρο, όπως παραδείγματος χάριν η επιβολή του μέτρου της απαγόρευσης διάθεσης εισιτηρίων, αποτελεί αίτηση ακυρώσεως, καθόσον αφορά διαφορά ανακύπτουσα από πράξη εκδοθείσα, κατ’ εφαρμογή της αθλητικής νομοθεσίας, ήτοι του άρθρου 1 του Ν. 4326/2015, για την εκδίκαση της οποίας αρμόδιο είναι το Διοικητικό Εφετείο, κατ’ άρθρο 47 παρ. 1 περ ιγ΄ του ν. 3900/2010, όπως η περίπτωση αυτή προστέθηκε στην παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 702/1977. Αντιθέτως, το ένδικο βοήθημα, όταν με αυτό διώκεται η ακύρωση πράξης, με την οποία επιβλήθηκε διοικητική κύρωση χρηματικού προστίμου, αποτελεί προσφυγή ουσίας, που υπάγεται, καταρχήν, στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Πρωτοδικείου, σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 1 του ν. 4326/2015.

Β. Απόφαση ΔΕφΑθ 564/2016 (Ακυρ.)

Παρά ταύτα, με την πρόσφατη απόφαση ΔΕφΑθ 564/2016 (Ακυρ.) το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι το ενώπιόν του αναρμοδίως κατατεθέν ένδικο βοήθημα (προσφυγή ουσίας) για το οποίο αρμόδιο ήταν το Διοικητικό Πρωτοδικείο, ως διαφορά από την επιβολή προστίμου, θα μπορούσε να κρατηθεί και να εκδικασθεί, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 34 του ν. 1968/1991 λόγω των περιστάσεων, δηλαδή λόγω παράλληλης επιβολής κύρωσης και προληπτικού μέτρου με την ίδια πράξη, επ’ αφορμή των ίδιων πραγματικών περιστατικών, κατ’ επίκληση διατάξεων του ίδιου νόμου, και για λόγους οικονομίας της δίκης, δηλαδή προκειμένου να μη διασπασθεί η υπόθεση σε επιμέρους δίκες ενώπιον περισσότερων δικαστηρίων. Σημειώνεται ότι στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 34 του ν. 1968/1991 προβλέπεται μόνο υπέρ του ΣτΕ και μόνο για τις ακυρωτικές υποθέσεις, που προβλέπονται ειδικώς στο άρθρο 1 του ν. 702/1977, η δυνατότητα να κρατήσει και να δικάσει μία διαφορά, η οποία ανήκει κανονικά στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου. Το ΔΕφΑθηνών αναλογικά εφήρμοσε την ανωτέρω δικονομική διάταξη και εν τέλει κράτησε το ένδικο βοήθημα κατά το μέρος, που αυτό αφορούσε προσφυγή ουσίας κατά χρηματικού προστίμου.

IV. Επίλογος

Συνοψίζοντας, αυτό που πρέπει να μας προβληματίσει είναι ότι ο νόμος Κοντονή, στο σύντομο χρονικό διάστημα της εφαρμογής του έχει ήδη αντιμετωπίσει την έντονη αμφισβήτηση της νομικής θεωρίας και πράξης, ως προς την Συνταγματικότητά της αναφορικά: πρώτον, με την έμμεση μετάθεση στους εμπλεκομένους με τον αθλητισμό φορείς και πρόσωπα της αρμοδιότητας διασφάλισης της δημόσιας τάξης, που όπως προείπαμε, ανήκει μόνο στην Αστυνομία και είναι ανεκχώρητη, και δεύτερον, με την παράβαση της αρχής της ειδικότητας από τον εξουσιοδοτικό νόμο, άλλως της παράβασης της αρχής της αναλογικότητας. Κυρίως όμως πρέπει να σταθούμε στην αποτελεσματικότητα της πρακτικής εφαρμογής του Νόμου, αφού ήδη αμφισβητείται έντονα το κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί μια απόφαση του Υπουργού ειδική, εμπεριστατωμένη, σαφώς και επαρκώς αιτιολογημένη, ως ατομική διοικητική πράξη, όταν μνημονεύει σε αυτή απλά, το φύλλο αγώνος, τις εκθέσεις παρατηρητών, αστυνομικές αναφορές και την γνώμη της Δ.Ε.Α.Β. χωρίς σαφή αναφορά των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, η στάθμιση της βαρύτητας, των οποίων θα οδηγήσει και στην επιβολή του ανάλογου προστίμου κατά περίπτωση και ανάλογη εξειδίκευση και κατηγοριοποίηση, καθιστώντας κατά τούτο τις σχετικές ατομικές διοικητικές πράξεις ακυρωτέες ενώπιον των αρμοδίων Δικαστηρίων.

Την κατακλείδα μου θα την δανειστώ από μία κουβέντα που είπε στην τελετή παράδοσης/παραλαβής ο τελευταίος υπουργός Παιδείας, ο κ. Γαβρόγλου: «Εάν η κοινωνία δεν είναι δεκτική, κανένας νόμος, οσοδήποτε ισχυρός, δεν μπορεί να την αλλάξει». Ή όπως ορθά έχει παρατηρήσει και ο Ροΐδης, στην προσπάθειά του να υπογραμμίσει το γεγονός ότι η κάθε χώρα έχει και μία πληγή: «Η Αγγλία την ομίχλην, η Αίγυπτος τας οφθαλμίας, η Βλαχία τας ακρίδας και η Ελλάς τους Ελληνας».

Σας ευχαριστώ πολύ! 

                                                                                    Σπύρος Ν. Χριστοφορίδης


                                                                                    Δικηγόρος LLM

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου