Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2015

Σ.Χριστοφορίδης, Ο αθλητισμός στο Σύνταγμα

Ο ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Περιεχόμενα





Εισαγωγικά


Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μία εισαγωγική προσέγγιση της συνταγματικής υποδοχής του αθλητικού φαινομένου. Όπως θα δούμε και παρακάτω, το εν λόγω ζήτημα είναι σύνθετο και έχει πάμπολλες προεκτάσεις, ακριβώς λόγω της συνθετότητας και πολυπλοκότητας της δραστηριότητας που επιδιώκεται, σε ένα πρώτο επίπεδο, να ρυθμιστεί από τη συνταγματική διάταξη, κυρίως, της παρ. 9 του άρθρου 16. Εμείς θα επιδιώξουμε να ασχοληθούμε κυρίως με τα θέματα που άπτονται της τελευταίας αυτής διάταξης και θα αποφύγουμε τις μακροσκελείς αναλύσεις που σχετίζονται με άλλες ρυθμίσεις του θεμελιώδους νόμου του κράτους και υπάγονται στο πεδίο του ειδικότερου ενδιαφέροντος διάφορων κλάδων του δικαίου (όπως το εργατικό δίκαιο). Η κατανόηση, εξάλλου, της πρόβλεψης της προστασίας και της εποπτείας του κράτους επί του αθλητισμού θα αποδειχθεί ότι δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Γι’ αυτό και το ζήτημα συνεχίζει να απασχολεί, αν και όχι εκτεταμένα είναι η αλήθεια, τη συνταγματική σκέψη ακόμη και στις μέρες μας.

1. Η ένταξη του αθλητισμού στον κατάλογο δικαιωμάτων του Συντάγματος του 1975


To Σύνταγμα του 1975 συμπεριέλαβε, στην παρ. 2 του άρθρου 16, τη φυσική αγωγή των Ελλήνων στις βασικές αποστολές του κράτους αναφορικά με την παιδεία. Με τον όρο «φυσική αγωγή» το Σύνταγμα ανήγαγε σε βασική αποστολή του κράτους, τόσο τον γυμναστικό αθλητισμό, στο όλο πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήματος, όσο και το σχολικό αθλητισμό, τον οποίο ο κοινός νομοθέτης προέβλεπε και καθόριζε ήδη από την απελευθέρωση του ελληνικού κράτους[1]. Στο ίδιο άρθρο, και συγκεκριμένα στην παρ. 9, ο συνταγματικός νομοθέτης όρισε ότι «Ο αθλητισμός τελεί υπό την προστασία και την ανώτατη εποπτεία του Κράτους.» (εδ. α΄), καθώς και ότι «Το Κράτος επιχορηγεί και ελέγχει τις ενώσεις των αθλητικών σωματείων κάθε είδους, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει επίσης τη διάθεση των ενισχύσεων που παρέχονται κάθε φορά στις επιχορηγούμενες ενώσεις σύμφωνα με τον προορισμό τους.» (εδ. β΄).
Aντίστοιχες προβλέψεις, είτε για τη φυσική αγωγή των μαθητών είτε για τον αθλητισμό ως κοινωνική δραστηριότητα, δεν υπήρχαν στα προηγούμενα (του 1975) συνταγματικά κείμενα του ελληνικού κράτους. Αυτή η έλλειψη, κυρίως αναφορικά με τη μη συμπερίληψη διάταξης, στον θεμελιώδη νόμο του κράτους, που να ασχολείται με τον αθλητισμό ως ζήτημα γενικότερου κοινωνικού ενδιαφέροντος, έχει επιχειρηθεί να εξηγηθεί μέσω της ύπαρξης μειζόνων προβλημάτων που απασχολούσαν τον νομοθέτη (συνταγματικό ή απλό) κατά την μακρά ταραγμένη περίοδο από την ίδρυση του κράτους μέχρι την εποχή της μεταπολίτευσης[2].
Από την άλλη, μπορεί, εύλογα, να υποστηριχθεί ότι δεν πρόκειται, κατά κυριολεξία, για έλλειψη του συνταγματικού κειμένου: αφενός, όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω, στα περισσότερα ευρωπαϊκά συντάγματα δεν υπάρχουν αντίστοιχες ρυθμίσεις, που να θεσπίζουν την εποπτεία του αθλητισμού από το κράτος, και αφετέρου το συγκεκριμένο φαινόμενο άρχισε να παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις και να απασχολεί ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού, είτε ως ενδιαφέρον είτε, ακόμη και, ως προοπτική επαγγελματικής αποκατάστασης, με το πέρασμα του χρόνου· οπότε, μία τέτοια νομοθετική παρέμβαση, και μάλιστα στο ανώτατο επίπεδο, θα ήταν πρόωρη.
Είναι, βέβαια, αξιοσημείωτο ότι κατά την πλούσια συζήτηση που προηγήθηκε της ψήφισης του Συντάγματος στην Ε’ Αναθεωρητική Βουλή δεν έγινε καμία ειδικότερη ή διεξοδικότερη αναφορά ως προς την παρ. 9 του άρθρου 16 ενώ, ταυτόχρονα, δε σημειώθηκε κάποια αντιπαράθεση των κομμάτων σχετικά με την εν λόγω ρύθμιση[3]. Όπως και να ερμηνευθεί αυτή η παρατήρηση πάντως, είτε, δηλαδή, ως δείγμα «αδιαφορίας» των πολιτικών δυνάμεων (σε μεγάλο βαθμό κατανοητής, αν αναλογιστεί κανείς ότι οι πολιτικές διαφωνίες που καταγράφηκαν αφορούσαν, σε γενικές γραμμές, ακόμη και κομβικά πολιτειακά ζητήματα) είτε ως δείγμα ευρύτερης συναίνεσης του πολιτικού κόσμου, είναι γεγονός ότι η αναφορά του Συντάγματος στον αθλητισμό αποτελεί μία μεταπολιτευτική καινοτομία, που αποδεικνύει το ενδιαφέρον του κράτους για περισσότερους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας και τη διάθεσή του για τον εκσυγχρονισμό των θεσμών του.

2. Συγκριτικές παρατηρήσεις


Συχνότατα, στην ελληνική συνταγματική θεωρία, επισημαίνεται ότι πηγή έμπνευσης για το ελληνικό συνταγματικό κείμενο του 1975 αποτέλεσαν το γερμανικό, το ιταλικό και το γαλλικό Σύνταγμα, όπως, φυσικά, ίσχυαν την επίμαχη περίοδο της ψήφισής του. Φυσικά, η διερεύνηση ή η απόδειξη αυτής της παρατήρησης δεν αποτελεί αντικείμενο του παρόντος κειμένου· αξίζει, όμως, να σημειωθεί ότι σε κανένα Σύνταγμα από αυτές τις τρεις έννομες τάξεις δεν γίνεται λόγος για τον αθλητισμό.
Ειδικά, στη Γερμανία, πληθαίνουν οι φωνές στην θεωρία που τονίζουν τη σημασία της ανάδειξης του αθλητισμού ως τομέα όπου η πολιτεία θα έπρεπε να επιδείξει το ενδιαφέρον της μέσω της συνταγματικής αναθεώρησης με σκοπό την κατοχύρωση της κρατικής φροντίδας για το συγκεκριμένο ζήτημα[4]. O δικαστής του Συνταγματικού Δικαστηρίου Udo Steiner αναφέρει χαρακτηριστικά ότι καμία από τις πτυχές μίας τόσο σημαντικής «πολιτειακής πραγματικότητας» δεν τυγχάνει άμεσης αναφοράς στον γερμανικό θεμελιώδη νόμο[5] αν και, όπως καταγράφεται στη σχετική αρθρογραφία, στα συνταγματικά κείμενα όλων των κρατιδίων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ο αθλητισμός προσδιορίζεται ως πεδίο κρατικού ενδιαφέροντος[6].
Στο άρθρο 117 του ιταλικού Συντάγματος, όπου κατανέμονται οι νομοθετικές αρμοδιότητες μεταξύ κεντρικής και τοπικής εξουσίας, ο αθλητισμός είναι μεταξύ των θεμάτων που ρυθμίζονται και σε τοπικό επίπεδο, χωρίς να γίνεται καμία άλλη αναφορά, ενώ στο γαλλικό Σύνταγμα, ακόμη και μετά την πρόσφατη αναθεώρησή του το 2008, ουδεμία νύξη γίνεται για οποιαδήποτε έκφανση του ζητήματος. Aντίστοιχα, αναφορές ή ρυθμίσεις σχετικά με τον αθλητισμό δε συναντώνται ούτε στο βελγικό, το αυστριακό (με εξαίρεση το άρθρο 11, όπου ορίζεται ότι η νομοθέτηση για θέματα που αφορούν στη φυσική αγωγή είναι αρμοδιότητα της Ομοσπονδίας), το ολλανδικό, το σουηδικό, το νορβηγικό, το φινλανδικό και το δανέζικο Σύνταγμα. 
Στο άρθρο 43 παρ. 2 του ισπανικού Συντάγματος ορίζεται ότι «Οι δημόσιες αρχές μεριμνούν για την εκπαίδευση υγείας, τη φυσική αγωγή και τον αθλητισμό. Αντίστοιχα, ενθαρρύνουν την καλύτερη αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου.». Η ρύθμιση αυτών των θεμάτων ανατίθεται, βάσει του άρθρου 148, στις τοπικές αρχές. Στο άρθρο 42 παρ. 1 του ιρλανδικού Συντάγματος γίνεται λόγος για τη φυσική αγωγή ως πεδίο της εκπαιδευτικής δραστηριότητας, που παρέχεται, σε πρώτο επίπεδο, από την οικογένεια. Πρόκειται για διατάξεις που θυμίζουν, προφανώς, την παρ. 2 του άρθρου 16 του ελληνικού Συντάγματος.   
Σαφώς πιο εξαντλητικές είναι οι ρυθμίσεις του πορτογαλικού Συντάγματος: ο αθλητισμός και η άσκησή του στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής δραστηριότητας καταγράφεται ως επιμέρους πτυχή του δικαιώματος στην υγεία (άρθρο 64 παρ. 2 περ. β’) και, ταυτόχρονα, αποτελεί έκφανση της προστασίας της νεότητας, αφού, κατά την περ. δ’ της παρ. 1 του άρθρου 70, «Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική απόλαυση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών δικαιωμάτων τους, οι νέοι άνθρωποι λαμβάνουν ειδική φροντίδα, ιδίως (…) στη φυσική αγωγή και τον αθλητισμό.». Το άρθρο 79 κατοχυρώνει το ατομικό δικαίωμα στη φυσική αγωγή και τον αθλητισμό, προβλέποντας, στην παρ. 1, ότι «Καθένας έχει το δικαίωμα στη φυσική αγωγή και τον αθλητισμό» και ορίζοντας, στην παρ. 2, ότι το δικαίωμα αυτό διασφαλίζεται από την πολιτεία σε συνεργασία με τους φορείς της εκπαίδευσης και τα αθλητικά σωματεία[7]. Οι διατάξεις του πορτογαλικού Συντάγματος είναι συγγενείς τόσο προς την παρ. 2 όσο και προς την παρ. 9 του άρθρου 16 του ελληνικού.
Από τη σύντομη περιδιάβαση στα βασικά ευρωπαϊκά Συντάγματα, διαπιστώνουμε μία δεύτερη πρωτοτυπία του Έλληνα συνταγματικού νομοθέτη, όχι σε σχέση με τον εαυτό του (κατά την προηγούμενη περίοδο) αλλά σε σχέση με τους «ομολόγους» του: στον ευρωπαϊκό χώρο, τα Συντάγματα που περιλαμβάνουν διατάξεις σχετικές με τον αθλητισμό είναι η μειοψηφία. Μάλιστα, πουθενά δεν γίνεται λόγος για εποπτεία του κράτους με τον τρόπο που σημειώνεται στον ελληνικό θεμελιώδη νόμο[8]. Το συγκεκριμένο κενό καλύπτεται, βεβαίως, από την αναλογική εφαρμογή άλλων διατάξεων, σχετικών, συνήθως, με την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και το δικαίωμα στην παιδεία.  Βέβαια, είναι σαφές ότι, από μόνη της, η συνταγματική τυποποίηση ενός φαινομένου δεν οδηγεί ούτε στην καλύτερη θεσμική μεταχείρισή του ούτε στην πρόοδό του. Πολλά από τα κράτη που προαναφέρθηκαν, παρότι δεν περιλαμβάνουν στα Συντάγματά τους διατάξεις που να ασχολούνται με τον αθλητισμό, διαθέτουν και σύγχρονα εκπαιδευτικά συστήματα που παρέχουν εκπαίδευση στη φυσική αγωγή και αυξημένη μέριμνα για την αθλητική πρόοδο. Ωστόσο, η αυτοτελής συνταγματοποίηση του αθλητικού φαινομένου έχει μία ιδιαίτερη αξία, όπως θα διαπιστώσουμε, ακόμη και αν γεννά μια σειρά από ερμηνευτικά ζητήματα, που η (ελληνική) θεωρία ακόμη δεν έχει επιλύσει «τελεσίδικα».

3. Το άρθρο 16 του ελληνικού Συντάγματος

α. Η φυσική αγωγή των Ελλήνων: η παρ. 2 του άρθρου 16


Για τη φυσική αγωγή, της συνταγματικής τυποποίησης προηγήθηκε μία μακρά περίοδος νομοθέτησης (ήδη από τον 19ο αιώνα), που προέβλεπε και ρύθμιζε το μάθημα της γυμναστικής, τα των πανεπιστημιακών σχολών όπου οι φοιτητές μπορούσαν να ασχοληθούν με τη συγκεκριμένη επιστήμη και πολλά συναφή ζητήματα[9]. Πρόκειται, δηλαδή, για μικρότερη καινοτομία σε σχέση με αυτήν της παρ. 9 του ίδιου άρθρου καθώς, πρακτικά, ο αναθεωρητικός νομοθέτης ανήγαγε σε συνταγματικό επίπεδο μία προϋπάρχουσα νομική πραγματικότητα, προκειμένου, προφανώς, να περιγράψει με πληρέστερο τρόπο την αντίληψή του για την εκπαιδευτική δραστηριότητα.
Η παρ. 2 του άρθρ. 16, πάντως, δε δημιουργεί ιδιαίτερα ερμηνευτικά προβλήματα ή, εν πάση περιπτώσει, δε δημιουργεί ερμηνευτικά προβλήματα που να συνδέονται με το ζήτημα είτε του εξωσχολικού αθλητισμού είτε της αθλητικής δραστηριότητας γενικά. Οι, χαρακτηρισμένες από τη συνταγματική θεωρία, μεγαλόστομες διακηρύξεις της εν λόγω διάταξης, που αναφέρεται στην ηθική, πνευματική και επαγγελματική αγωγή, δεν αφορούν, ως γνωστόν, την παιδεία, με τη φιλοσοφική έννοια του όρου αλλά την οργανωμένη και προγραμματισμένη μορφή της, την εκπαίδευση[10]. Έτσι, γίνεται δεκτό ότι ο κοινός νομοθέτης[11] δεσμεύεται ως προς την πρόβλεψη της διδασκαλίας του μαθήματος της γυμναστικής ώστε να προωθείται ο συνταγματικός σκοπός της φυσικής αγωγής των Ελλήνων, χωρίς όμως να προσδιορίζονται από το Σύνταγμα ούτε οι ώρες διδασκαλίας, ούτε οι βαθμίδες της εκπαίδευσης που αυτό θα διδάσκεται ούτε και το περιεχόμενό του[12].
Με άλλες λέξεις, το μάθημα της γυμναστικής δεν μπορεί να καταργηθεί διότι διαφορετικά θα υπάρχει παραβίαση της παρ. 2 του άρθρου 16 του Συντάγματος· μπορεί, ωστόσο, να περιοριστεί σε συγκεκριμένες τάξεις ή βαθμίδες της εκπαίδευσης, να οριστούν, στο πλαίσιο της ευρείας ελευθερίας του νομοθέτη, οι ώρες διδασκαλίες ή ο τρόπος που θα διδάσκεται στα σχολεία της χώρας. Από την άλλη, πρόκειται για μια διάταξη που μπορεί να αναθεωρηθεί, ενόψει του άρθρου 110 του Συντάγματος, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι σε περίπτωση απάλειψης της φυσικής αγωγής από τους σκοπούς της παιδείας, θα είναι χωρίς προβλήματα, από άποψη συνταγματικότητας, η κατάργηση του μαθήματος της φυσικής αγωγής από τα σχολεία, ακόμη και ελλείψει συνταγματικού θεμελίου. Σε αυτήν την περίπτωση, θα μπορούν να ενεργοποιηθούν άλλες συνταγματικές διατάξεις για να προστατευθεί η φυσική αγωγή των μαθητών. Εξάλλου, η έλλειψή της καθ’ όλη τη μακρά περίοδο μέχρι την ψήφιση του Συντάγματος του 1975 δεν εμπόδισε, και σωστά, τον νομοθέτη να διαμορφώσει ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα όπου η γυμναστική διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο για την παιδεία των μαθητών, όπως άλλωστε το έκανε ήδη από τα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης του ελληνικού κράτους από τον τουρκικό ζυγό με νομοθετικές παρεμβάσεις της αντιβασιλείας του Όθωνα. 
Κλείνοντας, ας καταγραφεί ότι η φυσική αγωγή δεν είναι, όπως είναι αυτονόητο, προνόμιο μόνο των Ελλήνων μαθητών, αλλά όλων των μαθητών που φοιτούν σε ελληνικά σχολεία, παρά την, μάλλον, απαρχαιωμένη διατύπωση της συνταγματικής διάταξης.

β. Ο αθλητισμός ως ρυθμιστικό πεδίο του κράτους: Η παρ. 9 του άρθρου 16


Στην ελληνική θεωρία έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο αθλητισμός είναι ένα πεδίο επί του οποίου ασκείται μία μεγάλη δέσμη συνταγματικών δικαιωμάτων και, ταυτόχρονα, ένα σύστημα θεσμών. Σύμφωνα με αυτήν την θέση, ο αθλητισμός αφενός λειτουργεί ως αφορμή για την ενεργοποίηση άλλων κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως η προστασία της οικογένειας και της παιδικής ηλικίας, αφετέρου λειτουργεί ως προνομιακό πεδίο πάνω στο οποίο συρρέουν και ασκούνται διάφορα συνταγματικά δικαιώματα[13]. Ως παραδείγματα αναφέρονται το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος αναφορικά με την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του αθλουμένου[14], το δικαίωμα στο απόρρητο των πληροφοριών, αναφορικά με τους ελέγχους αντιντόπιγκ, τα δικαιώματα ομαδικής δράσης, το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι κ.ο.κ. Αυτή η άποψη, βέβαια, δεν είναι αντιπαραθετική με την όποια ανάλυση της παρ. 9 του άρθρου 16. Επιπλέον, δεν επικεντρώνεται στην ερμηνεία της διάταξης, αλλά στην προσέγγιση του φαινομένου του αθλητισμού από νομοθετική-νομολογιακή άποψη, όπου έκφανσή της είναι, φυσικά, η συνταγματική τυποποίησή του και η όποια ερμηνεία της συναφούς συνταγματικής διάταξης. Σε κάθε περίπτωση, από τη στιγμή που η ανάπτυξη του αθλητισμού συνιστά και μέτρο πολιτισμού[15], είναι απόλυτα σαφές ότι γύρω από ένα τόσο σύνθετο ζήτημα, που αποτυπώνει πληθώρα κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων και συσχετισμών, υπάρχουν πάμπολλα θέματα που αναφύονται και συνδέονται με διάφορες πτυχές της έννομης τάξης.
Προχωρώντας στην επίμαχη διάταξη, στην ερμηνεία και ανάλυση της οποίας θα επιχειρήσουμε να επικεντρωθούμε, όπως ήδη επισημάναμε στην εισαγωγή, στο παρόν κείμενο:
Το ρυθμιστικό περιεχόμενο της παρ. 9 του άρθρου 16 είναι, πρώτα πρώτα, σαφώς διαφορετικό από αυτό της παρ. 2. Η συστηματική ένταξη της διάταξης στο άρθρο του Συντάγματος για την παιδεία δεν πρέπει, από αυτήν την άποψη, να προκαλεί πρόσθετες ερμηνευτικές δυσχέρειες, καθώς δε συνεπάγεται ότι μεταξύ των δύο προβλέψεων υπάρχει οποιαδήποτε συνάφεια ή παραπληρωματικότητα. Εξάλλου, το ίδιο το άρθρο 16 κατοχυρώνει, μεταξύ άλλων, την ελευθερία της έρευνας, της επιστήμης και της τέχνης αλλά και την κατάσταση των Α.Ε.Ι. της χώρας. Έτσι, σε ένα πρώτο επίπεδο είναι σαφές ότι η παρ. 9 αναφέρεται στον εξωσχολικό αθλητισμό, αφού η ρύθμιση του σχολικού εξαντλείται στην παρ. 2[16]. Δηλαδή, η, μεμονωμένη, πρόταση που έχει γίνει στην θεωρία για συνδυαστική ερμηνεία[17] των δύο διατάξεων δεν έχει να εισφέρει κάτι καινούριο στην προσπάθεια για την ερμηνευτική αποσαφήνιση της παρ. 9. 
Δεύτερον, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, που, αφενός είναι η πειστικότερη, αφετέρου έχει επιβεβαιωθεί από τη νομολογία του ανώτατου ακυρωτικού, η παρ. 9 κατοχυρώνει την προστασία του ερασιτεχνικού και όχι του επαγγελματικού αθλητισμού. Βάσει σχετικά πρόσφατης απόφασης του ΣτΕ (της 1277/2008), τα πορίσματα της οποίας επιβεβαιώθηκαν νομολογιακά, «(…) η διάταξη αυτή, κατά την αληθή έννοιά της, αποβλέπει στην προστασία του ερασιτεχνικού αθλητισμού και όχι του επαγγελματικού αθλητισμού, η προαγωγή του οποίου δεν αποτελεί σκοπό δημοσίου συμφέροντος. Το γεγονός δε ότι από τον επαγγελματικό αθλητισμό αντλούνται ενδεχομένως σοβαρές κρατικές πρόσοδοι δεν ασκεί επιρροή από της εξεταζομένης απόψεως». Από αυτήν την άποψη συνάγεται με σαφήνεια ότι το ενδιαφέρον του κράτους, βάσει της παρ. 9 του άρθρου 16, προσανατολίζεται στον ερασιτεχνικό αθλητισμό και γύρω από αυτόν μπορεί να αναπτυχθούν οι έννομες συνέπειες της σχολιαζόμενης διάταξης. Ενδιαφέρον, λοιπόν, παρουσιάζει η συνέχεια της σκέψης του ΣτΕ, σύμφωνα με το οποίο το γεγονός ότι το κράτος αντλεί σοβαρές προσόδους από τον επαγγελματικό αθλητισμό «(…) δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε την επιβολή υπερμέτρων δεσμεύσεων εις βάρος της επαγγελματικής ελευθερίας των επαγγελματιών αθλητών ούτε την θέσπιση ιδιαιτέρως ευνοϊκών ρυθμίσεων ειδικώς για τα αθλητικά σωματεία ή τις αθλητικές ανώνυμες εταιρείες ως εργοδότες, κατ’ εξαίρεση των παγίων διατάξεων του εργατικού και του αστικού δικαίου που διέπουν τους λοιπούς εργοδότες, εφόσον οι ρυθμίσεις αυτές δεν μπορούν να δικαιολογηθούν από την ιδιομορφία του επαγγέλματος του αθλητή (...)». Αλλά και ο Διεθνής Καταστατικός Χάρτης του Αθλητισμού της UNESCO, τον οποίο έχουν υποχρέωση να ακολουθούν οι κυβερνήσεις, προβλέπει στο προοίμιό του,[18] ότι: «Η ελεύθερη συμμετοχή στον αθλητισμό για πλήρη ανάπτυξη της προσωπικότητας, για δημιουργία φυσικών, πνευματικών και ηθικών δυνάμεων και οι ευκαιρίες, σύμφωνα με την παράδοση της χώρας στον αθλητισμό θα πρέπει να τελούν υπό την εγγύηση του εκπαιδευτικού συστήματος, αλλά και άλλων όψεων της κοινωνικής ζωής, επειδή ακριβώς το αθλητικό τοπίο εμφανίζει ουσιώδεις συνθήκες για την επιτυχή άσκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», τουτέστιν αναφέρεται και αφορά τον ερασιτεχνικό αθλητισμό που αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα για όλους.
Με την παρ. 9 του άρθρου 16 επιφυλάσσεται, λοιπόν, ρόλος προστατευτικός, εποπτικός και ελεγκτικός του κράτους επί του πεδίου του εξωσχολικού, ερασιτεχνικού αθλητισμού, υποχρεώνοντάς το ταυτόχρονα να χρηματοδοτεί τους θεσμικούς φορείς του[19]. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται, «αφενός λοιπόν επιβάλλεται σε συνταγματικό επίπεδο η κρατική χρηματοδότηση και προστασία του αθλητισμού, αφετέρου όμως νομιμοποιείται ρητά ο παρεμβατικός ρόλος του κράτους στο συγκεκριμένο ρυθμιστικό υποσύστημα.»[20]. Έτσι, με το πρώτο εδ. της επίμαχης συνταγματικής διάταξης προβλέφθηκε ότι ο αθλητισμός αφενός τελεί υπό την προστασία του κράτους αφετέρου το τελευταίο τον εποπτεύει. Αναφορικά δε με τους φορείς του αθλητισμού, που κατά κύριο λόγο είναι τα διάφορα αθλητικά σωματεία, αυτά επιχορηγούνται, στο πλαίσιο της προστασίας που απολαύουν από το κράτος, αφετέρου ελέγχονται από αυτό.
Η εποπτεία, ωστόσο, που ασκεί το κράτος είναι «ανώτατη»: όπως έχει εύστοχα επισημανθεί, η χρήση του συγκεκριμένου όρου, που διαφοροποιείται από τον αντίστοιχο που χρησιμοποιείται σε άλλες συνταγματικές διατάξεις, όπου δεν συνοδεύεται από τον εν λόγω επιθετικό προσδιορισμό, δηλώνει «(…) την μειωμένη ένταση του κατασταλτικού ελέγχου νομιμότητας της διοίκησης επί των πράξεων των αθλητικών αρχών, οι οποίες μπορούν να είναι-και είναι τις περισσότερες φορές- διοικήσεις νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου.»[21].

γ. Ο εκτελεστικός του Συντάγματος νόμος


Στο πλαίσιο της ως άνω συνταγματικής διάταξης, ψηφίστηκε ο εκτελεστικός αυτής νόμος, που προβλέπεται στο τελευταίο εδάφιό της, ο 75/1975, με τον οποίο επιδιώχθηκε μια συνολική αλλαγή του έως τότε ισχύοντος νομοθετικού καθεστώτος, με την κατάργηση πολλών αμαρτωλών νομοθετημάτων, (κυρίως αναγκαστικών νόμων και διαταγμάτων) του έκνομου καθεστώτος, την ανανέωση παλαιότερων νομοθετικών αποπειρών για τη ρύθμιση επιμέρους πτυχών του αθλητισμού και την, σε ορισμένα σημεία, επαναφορά στο νομικό καθεστώς πριν την 21η Απριλίου 1967. Βασικός στόχος του νέου νομικού πλαισίου ήταν, προφανώς, η «αποχουντοποίηση» των αθλητικών σωματείων και, γενικά, του χώρου του αθλητισμού μέσω της απομάκρυνσης παραγόντων που είχαν τοποθετηθεί κατά τη διάρκεια της επταετίας[22]. Ο συγκεκριμένος νόμος διατηρήθηκε σε ισχύ για παραπάνω από είκοσι χρόνια για να αντικατασταθεί τελικά από τον ν. 2725/1999[23], ο οποίος περιέλαβε ρυθμίσεις για τα περισσότερα θέματα του ερασιτεχνικού και του επαγγελματικού αθλητισμού, ο οποίος υπέστη με τη σειρά του αλλεπάλληλες τροποποιήσεις με τελευταίες αυτές που επήλθαν με το ν. 4115/2013. Αξίζει βεβαίως να σημειωθεί ότι όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του ν. 2725/1999, «περί Ερασιτεχνικού και Επαγγελματικού Αθλητισμού και άλλων διατάξεων»[24], «…Ο αναθεωρητικός νομοθέτης του Συντάγματος, το 1975, διαμορφώνοντας το νέο Σύνταγμα κι αποδεχόμενος τη θετικότατη κοινωνική επιρροή του αθλητισμού, τον ανήγαγε σε ζήτημα συνταγματικής περιωπής, τον έθεσε υπό κρατική προστασία και όρισε την επιχορήγηση των υποκειμένων του ως κρατική υποχρέωση (άρθρο 16 παρ. 9 του Συντάγματος 1975/86)…».  
Η ανάλυση των επιμέρους νομικών ζητημάτων που τίθενται από αυτά τα νομοθετήματα και τη διαχρονική εφαρμογή τους γίνεται στις οικείες θέσεις του παρόντος έργου.

4. Η φύση του δικαιώματος (ή των δικαιωμάτων) στον αθλητισμό


Η ακριβής νομική φύση των δικαιωμάτων που θεμελιώνονται στη διάταξη της παρ. 9 του ά. 16 Σ αποτελεί, όπως ειπώθηκε και στην εισαγωγή αυτού του κεφαλαίου, ακόμη αντικείμενο έρευνας της θεωρίας, με συνέπεια να μην είναι ομόφωνα τα πορίσματα της ελληνικής συνταγματικής σκέψης. Έτσι, έχει προταθεί η άποψη ότι με την εξεταζόμενη συνταγματική πρόβλεψη κατοχυρώνεται ένα ατομικό δικαίωμα στον αθλητισμό, με την επιχειρηματολογία που προαναφέρθηκε παραπάνω σχετικά με την ερμηνεία του όρου «ανώτατη εποπτεία», που χρησιμοποιείται στη διάταξη[25]. Άλλοι θεωρητικοί διαγιγνώσκουν την κατοχύρωση ενός κοινωνικού δικαιώματος στον αθλητισμό, με το περιεχόμενο που θα αναλύσουμε εκτενέστερα παρακάτω[26]. Τέλος, έχει επισημανθεί ότι βασικός στόχος της παρ. 9 του άρθρου 16 του Συντάγματος είναι η διάπλαση μιας θεσμικής εγγύησης, βάσει της οποίας διαμορφώνονται και διασφαλίζονται με νομικά συστηματικό τρόπο τα οργανωτικά, λειτουργικά και θεσμικά χαρακτηριστικά του αθλητισμού[27]. Σε αυτό το σημείο υπενθυμίζουμε ότι με τις θεσμικές εγγυήσεις δεν προστατεύονται μόνο ατομικά δικαιώματα, σε επίπεδο απαίτησης του κράτους να απέχει από την παρέμβαση σε κάποιο συγκεκριμένο status, αλλά ολόκληροι θεσμοί, για την προστασία των οποίων απαιτείται όχι μόνο αποχή αλλά και παροχή από το κράτος, προκειμένου αυτοί να διασφαλιστούν[28]. Αυτή η τελευταία θέση δε φαίνεται να συμβαδίζει με τη φύση των περιπτώσεων που θεωρούνται θεσμικές εγγυήσεις στο ελληνικό δίκαιο (όπως είναι η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών ή η βουλευτική ασυλία). Προσφέρει, πάντως, μία ενδιαφέρουσα προοπτική αναζήτησης στον όλο προβληματισμό.
Ας επισημανθεί ότι έχουν προταθεί και απόψεις που θέλουν την παρ. 9 του άρθρου 16 του Συντάγματος να κατοχυρώνει τόσο ατομικό δηλαδή ως δικαίωμα του ατόμου για ελεύθερη πρόσβαση και ελεύθερη άσκηση της αθλητικής του δραστηριότητας, όσο και κοινωνικό δικαίωμα στον αθλητισμό, που αναφέρεται στην προστασία της οργάνωσης και της διοίκησης του αθλητισμού, δηλαδή στο δικαίωμα των αθλητικών οργανώσεων, ως νομικών προσώπων, που μετέχουν στην αθλητική δραστηριότητα ως διοικητικοί παράγοντες του αθλητισμού για ελεύθερη δράση στη διαμόρφωση του θεσμικού , τεχνικού, κανονιστικού, διοικητικού και οργανωτικού πλαισίου άσκησης του αθλήματός τους. [29]. Θα φανεί όμως, αμέσως παρακάτω, ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, όχι επειδή είναι αδύνατο μία διάταξη του θεμελιώδους νόμου του κράτους να επιτελεί αυτήν τη διπλή λειτουργία, αλλά επειδή εν προκειμένω η θεώρηση του δικαιώματος του σχολιαζόμενου άρθρου ως ατομικού, δεν εισφέρει κάτι νέο στη σχετική συζήτηση.

α. Το ατομικό δικαίωμα στον αθλητισμό


Ως ατομικό δικαίωμα στον αθλητισμό νοείται το δικαίωμα του κάθε ανθρώπου να αθλείται, αν και όσο το επιθυμεί στο άθλημα της επιλογής του. Παράλληλα, νοείται το δικαίωμα των αθλητικών σωματείων και λοιπών φορέων να αυτοδιοικούνται χωρίς την παρέμβαση του κράτους στο εσωτερικό τους.
Η αθλητική δραστηριότητα εντάσσεται κατ’ αυτόν τον τρόπο στον χώρο του αυτοκαθορισμού του ατόμου, από την οποία το κράτος οφείλει, φυσικά, να απέχει. Οι υποστηρικτές της άποψης που θέλει η παρ. 9 του άρθρου 16 του Συντάγματος να κατοχυρώνει ένα ατομικό δικαίωμα καταλήγουν, ωστόσο, αναπόφευκτα σε μία θέση που, στην πραγματικότητα, φαλκιδεύει την ίδια τους την επιχειρηματολογία. Έχει επισημανθεί, λοιπόν, ότι ενώ η διαπίστωση ενός status negativus σε σχέση με τον αθλητισμό αποτελεί, ουσιαστικά, κοινοτοπία ενόψει του συστήματος των δικαιωμάτων της έννομης τάξης μας, η ratio της συνταγματικής προστασίας του δικαιώματος της άθλησης γίνεται κατανοητή αν διαπιστωθεί η διαπλοκή της αθλητικής δραστηριότητας με την οικονομική ελευθερία. Σημειώνεται, λοιπόν, ότι «Υπό την εκδοχή αυτή η συνταγματική κατοχύρωση ατομικού δικαιώματος στον αθλητισμό ενεργοποιεί όλο το σύστημα της δικαιικής προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων (…). Και αποτελεί, επίσης, χαρακτηριστικό πεδίο όπου σε συγκρούσεις μεταξύ φορέων δικαιωμάτων είναι συχνές.»[30].
Μάλιστα, η νομολογία του ΣτΕ πολύ συχνά, ήδη από το 1988 και την ΣτΕ 4914/1988[31], παραθέτει σε παρατακτική σύνδεση την παρ. 1 του άρθρου 5 του Συντάγματος με την παρ. 9 του άρθρου 16 προκειμένου να προστατεύσει το ατομικό δικαίωμα στην οικονομική ελευθερία μέσω της άσκησης ενός αθλήματος. Χαρακτηριστικότατα, έχει κρισιολογηθεί ότι: «[ω]στόσο, έχει παγιωθεί η άποψη στη νομολογία του παρόντος συμβουλίου και του ΣτΕ, ότι από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 16 παρ. 9 του ισχύοντος Συντάγματος, που προστατεύουν το δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του ατόμου και τον αθλητισμό, συνάγεται ότι το δικαίωμα του αθλητή για μεταγραφή του σε σωματείο της προτίμησής του, αποτελώντας εκδήλωση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του και εντασσόμενο στον προστατευτικό για τον αθλητισμό πλαίσιο, κατοχυρώνεται συνταγματικά, με αποτέλεσμα, οι όποιοι περιορισμοί στην άσκησή του να είναι συνταγματικώς επιτρεπτοί μόνο εφόσον κατατείνουν στην προστασία του αθλητή και του αθλητισμού, ανταποκρίνονται γενικότερα σε σοβαρούς (αποχρώντες) λόγους δημοσίου συμφέροντος, που δεν είναι υπέρμετροι, δηλαδή δεν θίγουν τον πυρήνα του σχετικού δικαιώματος.»[32].
Απολύτως εύστοχη και εύλογη η κριτική του Γούλα, λοιπόν, σύμφωνα με τον οποίο: «Βεβαίως, η ενδεχόμενη κανονιστική υποδοχή ενός τέτοιου ατομικού δικαιώματος στο ά. 16 παρ. 9 Σ. δεν φαίνεται να προσθέτει κάτι ουσιαστικό στη νομική προστασία, με δεδομένο ότι ήδη από τις διατάξεις του ά. 5 παρ. 1 και του ά. 12 Σ. τα εμπλεκόμενα φυσικά και νομικά πρόσωπα προστατεύονται τόσο ως προς την ελεύθερη ενάσκηση της αθλητικής δραστηριότητας, ως στοιχείο ανάπτυξης της προσωπικότητας, όσο και ως προς την αυτόνομη οργάνωση και λειτουργία των αθλητικών διοργανώσεων, ως εκδήλωση της σωματειακής ελευθερίας.»[33].

β. Το κοινωνικό δικαίωμα στον αθλητισμό


Η μάλλον κρατούσα αλλά και ορθότερη θέση κάνει λόγο για την θεμελίωση ενός κοινωνικού δικαιώματος στην παρ. 9 του άρθρου 16 του Συντάγματος.
Ως γνωστόν, τα κοινωνικά δικαιώματα παρουσιάζουν ορισμένες ιδιομορφίες σε σχέση με τα ατομικά[34]. Πρώτα πρώτα, από αυτά δεν προκύπτουν αγώγιμες αξιώσεις. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί ένα σύστημα δικαστικής προστασίας για τη διασφάλιση της τήρησής τους, όπως μπορεί να γίνει με ένα κλασικό ατομικό δικαίωμα. Από αυτήν την άποψη η νομική φύση του κοινωνικού δικαιώματος υστερεί σε σχέση με αυτήν του ατομικού. Μπορούν να έχουν, όμως, ευρύτερες συνέπειες, όπως διδάσκει η συνταγματική θεωρία, χάρη στις οποίες αποκτούν και συγκεκριμένο κανονιστικό περιεχόμενο, αναπτύσσοντας δεσμευτική ισχύ: α) Με την μορφή του σχετικού κοινωνικού κεκτημένου, που σημαίνει ότι εφόσον ο νομοθέτης υλοποίησε ένα κοινωνικό δικαίωμα, μπορεί μεν να το περιορίσει, δεν μπορεί όμως να το αναιρέσει πλήρως αποσαρθρώνοντας το συνολικό προστατευτικό αποτέλεσμα. Όπως επισημαίνεται, ο νομοθέτης δεν έχει την ευχέρεια ούτε να καταργήσει πλήρως ούτε να περιορίσει αυθαίρετα την κοινωνική παροχή. β) Υποχρεώνουν τη διοίκηση να ασκεί τη διακριτική ευχέρεια, που τυχόν της απονέμει ο νόμος, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη προστασίας τους. γ) Μπορεί να αποτελέσουν έρεισμα για τον περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων. δ) Αποτελούν το κριτήριο της σύμφωνης με το Σύνταγμα ερμηνείας του νόμου. ε) Ναι μεν δεν απορρέει από αυτά αξίωση παροχής του ατόμου έναντι του κράτους, αλλά μπορεί να απορρέει αξίωση αποχής.
Στην περίπτωση του αθλητισμού, το κοινωνικό δικαίωμα που στεγάζεται στην παρ. 9 του άρθρου 16 του Συντάγματος μπορεί να έχει το εξής περιεχόμενο[35]: α) Απαγορεύει στην κρατική εξουσία να παρεμβάλλει εμπόδια στην ερασιτεχνική ή ακόμη και στην επαγγελματική άθληση. β) Δικαιολογεί τον περιορισμό άλλων δικαιωμάτων, όπως αυτό της οικονομικής ελευθερίας ή της ελευθερίας της έκφρασης των αθλουμένων. γ) Θεμελιώνεται ένα σχετικό κοινωνικό (αθλητικό) κεκτημένο, που σημαίνει ότι το κράτος εντέλλεται να διευκολύνει υλικά και θεσμικά την αθλητική δραστηριότητα[36], που βρίσκει ούτως ή άλλως έρεισμα στη ρητή πρόβλεψη για την επιχορήγηση των σωματείων[37] και δ) Δικαιολογούνται κρατικές παρεμβάσεις στα αθλητικά σωματεία (παρεμβάσεις, που ούτως ή άλλως, προβλέπονται ρητά), που μπορεί να έρχονταν, σε περίπτωση απουσίας της διάταξης από το Σύνταγμα, σε αντίθεση με το άρθρο 12 του Συντάγματος[38].

5. Η επιβολή περιορισμών σε ατομικά δικαιώματα λόγω της ύπαρξης δημοσίου συμφέροντος στον αθλητισμό


Από την ανάλυση που προηγήθηκε, είναι εμφανές ότι βασική παράμετρος της παρ. 9 του άρθρου 16, ιδίως αν αυτή νοηθεί ως παρέχουσα νομική βάση για την θεμελίωση κοινωνικού δικαιώματος στον αθλητισμό, είναι, φυσικά, η ύπαρξη δυνατότητας του νομοθέτη να προχωρά στην επιβολή περιορισμών λόγω της κατάφασης δημοσίου συμφέροντος, η ικανοποίηση του οποίου απαιτεί τέτοιου τύπου «θυσίες».
Ας παρατεθούν μερικές σκέψεις για την έννοια και τη λειτουργία του δημοσίου συμφέροντος, ιδίως ως προς τον τρόπο αξιολόγησης και αξιοποίησής του από τον ίδιο τον κρίνοντα την εκάστοτε υπόθεση δικαστή[39], οι οποίες θα μας χρησιμεύσουν και σε άλλες σκέψεις του παρόντος έργου:
Πρώτα πρώτα, στο πλαίσιο μίας υπόθεσης όπου υφίσταται ο περιορισμός ενός δικαιώματος λόγω της συνδρομής λόγου δημοσίου συμφέροντος, ο δικαστής είναι αναγκασμένος να εντοπίσει τον υπηρετούμενο από την νομοθετική διάταξη σκοπό. Πρόκειται για μία διαδικασία υποκειμενικής τελεολογικής ερμηνείας, της οποίας τα πορίσματα μπορεί να συναχθούν είτε από την αιτιολογική έκθεση του νόμου, είτε από την συστηματική ερμηνεία των διατάξεών του. Σε δεύτερο επίπεδο, ελέγχει την πραγματική συνδρομή του φερόμενου ως λόγου δημοσίου συμφέροντος για τον περιορισμό του δικαιώματος. Θεμιτός είναι ο περιορισμός που επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον όταν το τελευταίο είναι πραγματικό και όχι προσχηματικό. Σε αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζεται και η προβληματική του οριακού ελέγχου της συνδρομής του δημοσίου συμφέροντος: την αρμοδιότητα για τον εντοπισμό του δημοσίου συμφέροντος και του εξοπλισμού του με την προστασία που μπορεί να του προσδώσει η τυποποίησή του σε νόμο έχει ο νομοθέτης ·συνεπώς, ο δικαστής ως έναν βαθμό μόνο μπορεί να ελέγξει την νομοθετική εκτίμηση της πραγματικότητας. Οριακός έλεγχος[40] σημαίνει τελικά την δυνατότητα του δικαστή να ελέγξει μόνο αν έχει εμφιλοχωρήσει κάποιο προφανές σφάλμα στην εκτίμηση του νομοθέτη και όχι την ίδια την κρίση του νομοθέτη, καθώς στη δεύτερη περίπτωση θα συνέτρεχε περίπτωση ανεπίτρεπτου ελέγχου σκοπιμότητας από πλευράς του δικαστηρίου[41]. Μετά την εύρεση του δημοσίου σκοπού και τον έλεγχο της πιθανής ύπαρξης προφανούς λάθους του νομοθέτη[42], ακολουθεί η συνταγματική αξιολόγηση του τελευταίου, δηλαδή η απόπειρα διαπίστωσης της συνταγματικής περιωπής του. Σε αυτό το τρίτο στάδιο έγκειται η αποφασιστική αρμοδιότητα και η διαπλαστική εξουσία του δικαστή. Το γενικό συμφέρον, για να είναι συνταγματικά ανεκτός περιορισμός δικαιωμάτων οφείλει να περικλείει αρχές που συνάγονται από το ίδιο το Σύνταγμα[43] και να συγκεκριμενοποιείται βάσει αυτών. Το ερώτημα που αναπόφευκτα τίθεται από το δικαστήριο είναι κατά πόσο ο προβαλλόμενος σκοπός είναι άξιος προστασίας από συνταγματική άποψη[44]. Εφόσον η απάντηση είναι θετική, ακολουθούν τα δύο τελευταία, και πρακτικά σπουδαιότερα, στάδια της δικαστικής σκέψης, εκ των οποίων το πρώτο αφορά στον έλεγχο συνάφειας μέτρου και σκοπού και το δεύτερο στον έλεγχο αναλογικότητας του μέτρου, στο πλαίσιο της λεγόμενης stricto sensu αναλογικότητας, την στάθμιση δηλαδή κόστους- οφέλους.
Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι το δημόσιο συμφέρον λειτουργεί διπλά: από περιορισμός των περιορισμών, όπως συχνότατα κατατάσσεται στην θεωρία, μεταμορφώνεται σε περιορισμό. Αυτή η πρόταση σημαίνει τα εξής: ως περιορισμός των περιορισμών, το δημόσιο συμφέρον πρέπει να συντρέχει ώστε να είναι νόμιμος ο περιορισμός του δικαιώματος, ενώ, ως περιορισμός, το δημόσιο συμφέρον εξυπηρετείται μέσω του περιορισμού ενός δικαιώματος[45].
Εν προκειμένω:
Όπως ήδη σημειώθηκε, τα δικαστήρια της χώρας έχουν αξιοποιήσει την παρ. 9 του άρθρου 16 του Συντάγματος προκειμένου να δικαιολογήσουν περιορισμούς σε διάφορα δικαιώματα. Από την ανάλυση που προηγήθηκε καταλαβαίνει κανείς ότι πρόκειται για μία μάλλον «εύκολη» ερμηνεία, αφού αφενός ο έλεγχος για τη συνδρομή σκοπού δημοσίου συμφέροντος είναι οριακός, με τον νομοθέτη να κινείται σε ένα αρκετά ευρύ φάσμα επιλογών για να προσδιορίσει ο ίδιος (και εύλογα) τους επιδιωκόμενους στόχους του, «βαφτίζοντάς» τους ως σκοπούς δημοσίου συμφέροντος κατά το δοκούν, αφετέρου, με τη συμπερίληψη της δραστηριότητας του αθλητισμού στο Σύνταγμα να συνηγορεί για τη διαπίστωση της συνταγματικής περιωπής ενός τέτοιου σκοπού από τον δικαστή.
Τα θέματα αυτά ανέκυψαν, ιδίως, στο ευαίσθητο πεδίο της μετεγγραφής των (ερασιτεχνών) αθλητών. Στο πλαίσιο μίας γενικής επισκόπησης της σχετικής νομολογίας, μπορεί να ειπωθεί ότι έχει κριθεί ότι οι περιορισμοί στο δικαίωμα των αθλητών για μετεγγραφή δικαιολογούνται στον βαθμό που επιδιώκεται η προστασία του αθλητισμού ως ειδικότερη έκφανση του δημοσίου συμφέροντος, όπως δικαιολογήσιμοι είναι και οι περιορισμοί στη συμβατική ελευθερία ως προς τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης[46]. Η στενότερη παρακολούθηση της νομολογίας αυτής παρουσιάζει ενδιαφέρον για την καλύτερη κατανόηση των προβληματισμών μας:
Με αφορμή αίτηση ακύρωσης που άσκησε σωματείο κατά απόφασης του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλύσεως Αθλητικών Διαφορών, το ΣτΕ είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί με διάταξη κανονιστικής πράξης (υπουργική απόφαση), που εξεδόθη βάσει του ά. 20 παρ. 3 του ν. 75/1975, με την οποία οριζόταν ότι στα ατομικά αθλήματα, η μετεγγραφή αθλητών είναι επιτρεπτή με την προϋπόθεση όμως της συγκατάθεσης του σωματείου που ανήκει ο αθλητής. Να σημειωθεί ότι η εξουσιοδοτική διάταξη προέβλεπε ότι «Δι’ αποφάσεων του αρμοδίου επί του Αθλητισμού Υπουργού ή Υφυπουργού εκδιδομένων εντός του Ιουνίου εκάστου έτους καθορίζονται οι όροι και αι προϋποθέσεις των εγγραφών και μετεγγραφών ή αποδεσμεύσεων των αθλουμένων ημεδαπών, αλλοδαπών ή ομογενών εν γένει, οιουδήποτε κλάδου αθλήσεως, ο χρόνος διενεργείας τούτων, αι προϋποθέσεις, η διαδικασία και τα αρμόδια προς έγκρισιν αυτών όργανα». Το ΣτΕ στην 207/2002 απόφασή του, ερμηνεύοντας τις διατάξεις των ά. 5 παρ. 1 και 16 παρ. 9 του Συντάγματος, κατέληξε στην άποψη ότι αφού: «Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, κατ` αρχήν, ο αθλητής έχει το δικαίωμα να επιλέγει ελευθέρα το σωματείο της προτίμησής του» και ότι «Περιορισμοί στις εγγραφές ή μετεγγραφές αθλητών από σωματείο σε σωματείο μπορεί να τεθούν μόνον αν δικαιολογούνται από λόγους αναγόμενους στην προστασία του αθλητισμού ή γενικότερα λόγους δημόσιου συμφέροντος και δεν είναι υπέρμετροι», η πρόβλεψη της κανονιστικής πράξης με την οποία τίθεται ο κανόνας ότι αν δεν υπάρχει η συγκατάθεση του σωματείου, ο αθλητής δεν μπορεί να προχωρήσει στην μετεγγραφή του, η οποία, κατ’ αυτόν τον τρόπο, καταρχήν απαγορεύεται, είναι αντισυνταγματική, διότι έχει τεθεί «καθ` υπέρβαση της εξουσιοδοτήσεως του ανωτέρω άρθρου 20 παρ. 3 του ν. 75/1975, κατά την έννοια του οποίου, ερμηνευομένου σύμφωνα με τις προεκτεθείσες συνταγματικές διατάξεις, περιορισμοί στην ελεύθερη μετεγγραφή ερασιτέχνη αθλητή μπορούν να τεθούν μόνο κατ` εξαίρεση και εφόσον η θέσπισή τους δικαιολογείται από σοβαρούς λόγους.». Πρόκειται για μία διατύπωση μάλλον προβληματική στον βαθμό που δεν κρίνει την κανονιστική πράξη αντισυνταγματική ευθέως και ως προς την ουσία της, (δυνατότητα που, ούτως ή άλλως, ο ακυρωτικός δικαστής διαθέτει ακόμη και στο πλαίσιο παρεμπίπτοντος ελέγχου της κανονιστικής πράξης), αλλά επικυρώνει την προσβαλλόμενη πράξη θεωρώντας ότι η κανονιστική έχει τεθεί καθ’ υπέρβαση της εξουσιοδοτικής της διάταξης. Η παρατήρηση αυτή έχει μικρή πρακτική σημασία, καθώς το αποτέλεσμα και η έννομη συνέπεια του δικανικού συλλογισμού θα ήταν το ίδιο και στις δύο περιπτώσεις ωστόσο, θα ήταν περισσότερο συμβατό με την πορεία της σκέψης του δικαστή αν μετέφερε την ερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων, απευθείας, στην αξιολόγηση της συμβατότητας του κατώτερου κανόνα δικαίου με τον θεμελιώδη νόμο.
Σε αντίστοιχη, παλαιότερη από την παραπάνω, απόφασή του (την 2633/2001), το ΣτΕ είχε εξειδικεύσει περισσότερο την ερμηνεία των διατάξεων των ά. 5 παρ. 1 και 16 παρ. 9 του Συντάγματος καταλήγοντας ότι «(…) ο αθλητής ερασιτεχνικού σωματείου έχει κατ` αρχήν δικαίωμα να επιλέγει ελευθέρα το σωματείο της προτίμησής του, στον νομοθέτη δε εναπόκειται, αν θέλει, να ορίσει τις εξαιρετικές εκείνες περιπτώσεις, κατά τις οποίες η ελευθερία αυτή υπόκειται σε περιορισμούς, επιβαλλόμενους από λόγους αναγόμενους στην προστασία του αθλητισμού ή γενικότερα λόγους δημόσιου συμφέροντος. Οι περιορισμοί όμως αυτοί πρέπει, αφενός μεν να μην είναι υπέρμετροι, αφετέρου δε να σέβονται, κατά το δυνατόν, την ελευθερία της προσωπικότητας του αθλητή, η οποία τελεί σε άμεση συνάρτηση και με την αθλητική του επίδοση.». Η πρώτη, εξόφθαλμη, διαφορά με την μεταγενέστερη νομολογία, που σχολιάστηκε αμέσως παραπάνω, αφορά στον περιορισμό της εφαρμογής της διάταξης του ά. 16 παρ. 9 του Σ. στο πεδίο του ερασιτεχνικού αθλητισμού και η δεύτερη στην ανάλυση της έννοιας των υπέρμετρων περιορισμών. Οι εν λόγω διαφοροποιήσεις, ωστόσο, δεν σημαίνουν, προφανέστατα, κάποια νομολογιακή στροφή και θα έπρεπε να σχετιστούν αποκλειστικά με τις επιλογές του δικάσαντος δικαστή ως προς τη διατύπωση και, ίσως, την ανάλυση των επίμαχων εννοιών και όρων. Κατά τα λοιπά, ο δικαστής καταλήγει σε ταυτόσημη κρίση αναφέροντας ότι: «Στο άρθρο 7 παρ. 2 της απόφασης αυτής, το οποίο αναφέρεται στα ατομικά αθλήματα, τίθεται, ως γενικός κανόνας, ότι "Επιτρέπονται οι μετεγγραφές αθλητών, χωρίς δεσμεύσεις και περιορισμούς, με την προϋπόθεση όμως της συγκατάθεσης του σωματείου που ανήκει ο αθλητής", ενώ, σε άλλες διατάξεις του ίδιου άρθρου έχουν προβλεφθεί περιπτώσεις μετεγγραφής χωρίς τέτοια συγκατάθεση, οι οποίες όμως συναρτώνται με τη συνδρομή αντικειμενικών προϋποθέσεων (όπως η μη συμμετοχή αθλητή για ορισμένο χρονικό διάστημα σε επίσημο αγώνα του σωματείου του, ή η συμπλήρωση από τον αθλητή ορίου ηλικίας). Κατά την ομόφωνη γνώμη του Τμήματος, οι ρυθμίσεις αυτές της υπουργικής αποφάσεως, με τις οποίες τίθεται ο κανόνας ότι, κατ` αρχήν, μετεγγραφή αθλητή χωρίς τη συγκατάθεση του σωματείου του απαγορεύεται, έχουν θεσπιστεί μη νομίμως, καθ` υπέρβαση της εξουσιοδοτήσεως του ανωτέρω άρθρου 20 παρ. 3 του ν. 75/1975, κατά την έννοια του οποίου, ερμηνευομένου σύμφωνα με τις προεκτεθείσες συνταγματικές διατάξεις, περιορισμοί στην ελεύθερη κατ` αρχήν μετεγγραφή ερασιτέχνη αθλητή μπορούν να τεθούν από τη Διοίκηση μόνο κατ` εξαίρεση και εφόσον η θέσπισή τους δικαιολογείται από σοβαρούς λόγους.». Ενδιαφέρουσα είναι, ωστόσο, η παρατήρηση, ότι ανεξάρτητα από το αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, η αθλήτρια έχει το δικαίωμα να μετεγγραφεί, διατύπωση που φαίνεται να εισάγει μία αντίφαση καθώς στην αμέσως προηγούμενη σκέψη του, το δικαστήριο αποδέχθηκε ότι η συνδρομή σπουδαίου λόγου μπορεί να περιορίσει το εν λόγω δικαίωμα.
Η νομολογιακή αυτή προσέγγιση των επίμαχων ζητημάτων δεν ήταν, φυσικά, «κεραυνός εν αιθρία» αφού αποτυπώνει τη σταθερή αντιμετώπιση του θέματος των μετεγγραφών από το ανώτατο ακυρωτικό ήδη από τη δεκαετία του 1980. Στην απόφαση ΣτΕ 1379/1997 είχε, λοιπόν, επίσης κριθεί, όμοια με τα ανωτέρω, ότι «από το συνδυασμό των συνταγματικών διατάξεων αυτών [ενν. των ά. 5 παρ. 1 και 16 παρ. 9 του Συντάγματος] συνάγεται, ότι, κατ` αρχήν, ο αθλητής έχει το δικαίωμα να επιλέγει ελεύθερα το αθλητικό σωματείο της προτίμησής του. Περιορισμοί στις εγγραφές και στις μετεγγραφές αθλητών από σωματείο σε σωματείο μπορούν να τεθούν μόνο αν δικαιολογούνται από λόγους αναγόμενους στην προστασία του αθλητισμού ή γενικότερα λόγους δημοσίου συμφέροντος που δεν είναι υπέρμετροι». Αυτό που ήταν διαφορετικό, ωστόσο, στη δεκαετία του 1990, ήταν το κανονιστικό πλαίσιο, (ιδίως οι υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί βάσει των εξουσιοδοτικών διατάξεων του οικείου νόμου). Έτσι, στη συγκεκριμένη απόφαση, το ΣτΕ κατέληξε στη σκέψη ότι «Από τις διατάξεις αυτές [ενν. της διέπουσας τη διαφορά υπουργικής απόφασης: πρόκειται για την 14273/28.6.95 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού με τίτλο "Οροι και προϋποθέσεις εγγραφής Έλληνα, αλλοδαπού ή ομογενή αθλητή σε αθλητικά ερασιτεχνικά σωματεία-Δικαιολογητικά-Ακυρότητες-Κυρώσεις (εκτός ποδοσφαίρου και καλαθόσφαιρας) (ΦΕΚ 578/Β/30.6.1995)], που ερμηνεύονται κατά το πνεύμα των συνταγματικών διατάξεων και του ν. 75/1975, συνάγεται ότι επιτρέπεται κατ` αρχήν η μετεγγραφή αθλητή με τη συγκατάθεση του σωματείου του, όταν δεν πρόκειται για πρωταθλητή. Όταν πρόκειται για πρωταθλητή, σ` αυτόν επιτρέπεται η κατά τις προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις ελεύθερη μετεγγραφή σε άλλο σωματείο, εφόσον συντρέχει σπουδαίος και σοβαρός λόγος, κατά την αιτιολογημένη κρίση των αρμοδίων οργάνων (πρβλ. ΣτΕ 4591/95 κ.α.). Όσον αφορά τη συγκατάθεση του σωματείου, όπου αυτή απαιτείται για τη μετεγγραφή αθλητή του σε άλλο σωματείο, μπορεί να παρασχεθεί μόνον με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του σωματείου, στο οποίο ανήκει ο αθλητής και δεν είναι κατά νόμο νοητή η παροχή της εκ των προτέρων (δηλαδή πριν από την υποβολή αιτήματος μετεγγραφής εκ μέρους του αθλητή), αλλά ούτε και η παροχή της υπό την μορφή της ελεύθερης δυνατότητας αποχωρήσεως του αθλητή, κατά τη βούλησή του, διότι μια τέτοια δυνατότητα θα προσέθετε ανασφάλεια στις σχέσεις μεταξύ αθλητών και σωματείων και θα είχε δυσμενείς συνέπειες για τον προστατευόμενο από το Σύνταγμα χώρο του ερασιτεχνικού αθλητισμού.». Βάσει της υπουργικής απόφασης λοιπόν, η συνταγματικότητα των διατάξεων της οποίας δεν αμφισβητήθηκε από το δικαστήριο, στο πλαίσιο μίας σύμφωνης προς το Σύνταγμα ερμηνείας, η οποία διενεργήθηκε μάλλον σιωπηρά και χωρίς αναλυτική αιτιολογία, διαφορετική είναι η αντιμετώπιση των πρωταθλητών από τους απλούς αθλητές, αφού οι πρώτοι, προκειμένου να ασκήσουν το δικαίωμά τους για μετεγγραφή, που αποτελεί έκφανση του δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, οφείλουν να επικαλεστούν και να αποδείξουν σπουδαίο λόγο ενώπιον των αρμόδιων αρχών. Ενόψει τούτης της παραδοχής, έγινε δεκτή η αίτηση ακύρωσης του σωματείου και ακυρώθηκε η απόφαση του Ανωτάτου Συμβουλίου Επίλυσης Αθλητικών Διαφορών (ΑΣΕΑΔ) για την έγκριση της μετεγγραφής, αφού ο παρεμβαίνων ήταν πρωταθλητής. Η συλλογιστική του ΣτΕ δεν είναι ιδιαίτερα πειστική στον βαθμό που δεν εξηγεί για ποιον λόγο οφείλει να είναι ανεκτή η διαφορετική αντιμετώπιση των πρωταθλητών από τους απλούς αθλητές, ως προς την επιβολή μεγαλύτερων περιορισμών στα δικαιώματα των πρώτων σε σχέση με τους δεύτερους. Συγκεκριμένα, δεν αναλύει ποιος είναι ο προστατευόμενος (συνδεόμενος με τον αθλητισμό) σκοπός δημοσίου συμφέροντος που επιδιώκει ο κανονιστικός νομοθέτης να προστατεύσει με την εισαγωγή αυτής της διάκρισης. 
Σε παλαιότερη απόφασή του (ΣτΕ 4914/1988), πάλι, το ΣτΕ είχε δεχθεί ότι όσον αφορά τους «ανήλικούς αθλητές, οι οποίοι ακολουθούν τους γονείς τους, σε περίπτωση μετοικήσεως τους στο τόπο της νέας κατοικίας τους οι περιορισμοί που τίθενται ως προς τις μετεγγραφές των αθλητών αυτών από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 6 της πιο πάνω υπουργικής αποφάσεως [πρόκειται για την 16660/22.6.1987 απόφαση της Υπουργού Πολιτισμού "Καθορισμός όρων και προϋποθέσεων εγγραφών, μετεγγραφών, ή αποδεσμεύσεων ημεδαπών, αλλοδαπών ή ομογενών αθλητών όλων των αθλημάτων εκτός ποδοσφαίρου, χρόνος διενέργειας, διαδικασία και αρμόδια για την έγκρισή τους όργανα" (ΦΕΚ 344/Β)] είναι υπέρμετροι και παραβιάζουν αφενός τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του Συντάγματος και αφετέρου τη συνταγματική διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 που προστατεύει την οικογένεια και την παιδική ηλικία. Εξάλλου στο μέτρο που οι διατάξεις αυτές θα μπορούσαν να αποτελέσουν ανασταλτικό παράγοντα στην άθληση ενός ανήλικου αθλητή παραβιάζουν και τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 9 του Συντάγματος». Σε αυτήν την περίπτωση, το ανώτατο ακυρωτικό επικαλέστηκε σωρευτικά τρεις διατάξεις του Συντάγματος, προκειμένου να αιτιολογήσει την κρίση του σχετικά με την αντισυνταγματικότητα των επιβαλλόμενων περιορισμών στο πλαίσιο διενέργειας συγκεκριμένου ελέγχου, αφού τον κρισιμότερο ρόλο για την επίλυση της διαφοράς διαδραμάτισε το γεγονός ότι επρόκειτο για ανήλικο αθλητή, του οποίου οι γονείς αλλάζουν τόπο εγκατάστασης· γεγονός υπό το πρίσμα του οποίου εξήχθησαν τα νομικά συμπεράσματα της απόφασης. Οι τρεις διατάξεις του Συντάγματος που προσβάλλονται από την επιβολή των επίμαχων περιορισμών είναι α) το ά. 5 παρ. 1, «ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας», β) το ά. 21 «προστασία της οικογένειας και παιδικής ηλικίας» και γ) το ά. 16 παρ. 9 «συνταγματική κατοχύρωση και προστασία του αθλητισμού» του Συντάγματος. Η συλλογιστική του δικαστηρίου μπορεί να αποτυπωθεί ως ακολούθως: α) η υποχρέωση ενός ανήλικου αθλητή να παραμείνει εγγεγραμμένος σε ένα σωματείο (ή αντίστροφα η αδυναμία του να μετεγγραφεί σε άλλο), προσβάλλει το ά. 21 του Συντάγματος αναφορικά με την προστασία της οικογένειας και της παιδικής ηλικίας, αφού ο ανήλικος τελεί υπό την προστασία των γονέων του, τους οποίους αναπόφευκτα ακολουθεί στις μετεγκαταστάσεις τους και β) λόγω του ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να αθλείται στο πλαίσιο άλλου σωματείου παραβιάζεται το δικαίωμά του στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, αλλά και στον αθλητισμό, που, εν προκειμένω, αντιμετωπίζεται, ξεκάθαρα, ως ένα ατομικό δικαίωμα. Στην πραγματικότητα, η σωρευτική επίκληση τόσων συνταγματικών διατάξεων περισσότερο «θολώνει» παρά ξεδιαλύνει τα πράγματα και, ως συνήθως, υποδηλώνει την αμηχανία του δικαστή μπροστά σε όχι και τόσο προφανή νομικά θέματα συνταγματικής περιωπής, (όπως είναι η νομική φύση του δικαιώματος στον αθλητισμό). Εν προκειμένω, πρόβλημα υπάρχει με το δικαίωμα του ανήλικου αθλητή να ασχοληθεί με τον αθλητισμό στο πλαίσιο της ένταξής του σε κάποιο σωματείο, αφού αν δεν του δοθεί μετεγγραφή δεν θα μπορεί να ασκήσει τη σχετική δραστηριότητα. Όπως ήδη σημειώθηκε παραπάνω, αυτό συνιστά παραβίαση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, (με την ειδικότερη έκφανση της ενασχόλησης του ατόμου με τον αθλητισμό). Ο οικογενειακός προγραμματισμός του τόπου εγκατάστασης αποτελεί το πλαίσιο της συγκεκριμένης διαφοράς και όχι το δικαίωμα αναφοράς της υπόθεσης αφού το αποτέλεσμα της επιβολής του περιορισμού δεν στρέφεται κατά της οικογενειακής ζωής αλλά κατά του ατομικού δικαιώματος του νεαρού αθλητή.

6. Συμπέρασμα-Προβληματισμός


Για να επιστρέψουμε στον αρχικό προβληματισμό μας, από τις παραπάνω αποφάσεις προκύπτει ένα κρίσιμο ζήτημα, το οποίο δεν φαίνεται να έχει επιλυθεί από τη νομολογία: ποιο είναι, τελικά, το γενικό συμφέρον που προστατεύεται με την επιβολή περιορισμών στα ατομικά δικαιώματα που συνοδεύουν την αθλητική δραστηριότητα; Το ΣτΕ στις σχετικές αποφάσεις του φαίνεται να αρκείται στη συμπερίληψη του αθλητισμού στο Σύνταγμα προκειμένου να αναγάγει την προστασία του (αθλητισμού) σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος. Στις σχετικές δικαστικές αποφάσεις δεν εντοπίζεται κάποια ειδικότερη έκφανσή του και ούτε αιτιολογείται με επάρκεια με ποιον τρόπο εξυπηρετείται μέσω της επιβολής περιορισμών. Το τοπίο γίνεται ιδιαίτερα σύνθετο στον βαθμό που από την ίδια συνταγματική διάταξη προκύπτει τόσο ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος, όσο και το δικαίωμα που περιορίζεται, (έστω και αν το τελευταίο ανακύπτει από τη συνδυαστική ερμηνεία της σχετικής διάταξης με αυτήν της παρ. 1 του ά. 5 του Συντάγματος). Όπως και να έχει, το θέμα παραμένει ανοιχτό.




[1] Σχετικά με το Νόμο περί δημοτικών σχολείων της 6ης/18ης Φεβρουαρίου του 1834, βλ.: α) Εφημερίς της Κυβερνήσεως, αρ.11, «Νόμος περί δημοτικών σχολείων», 4/13 Φεβ. 1834, β) Μπουζάκης Σ., «Εκπαιδευτικές Μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα», Τόμος Α ́, Gutenberg, Αθήνα, Γ ́ έκδοση, Ιανουάριος 2002, σ. 81-96 και γ) Δηλιγιάννης Θ.- Ζηνόπουλος Γ., «Ελληνική Νομοθεσία από του 1833 μέχρι του 1875», Τόμος Στ΄, (εκ του τυπογραφείου Ιωάννου Αγγελοπούλου), εν Αθήναις, 1875, σ. 433-532, δ) Δημαρά Α., «Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε», Τεκμήρια ιστορίας, Τόμος Α ́, σειρά Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Ερμής, 1990, τεκμ.17, σ. 45-50. και σχετικά με το 25ης Ιανουαρίου 1837 (της αντιβασιλείας του Όθωνα). Βλ. επίσης και το Β.Δ. της 25/1/1837 για την οργάνωση δημόσιων αγώνων, οι νικητές των οποίων θα βραβεύονταν. Το διάταγμα προέβλεπε αγώνες πάλης, ιπποδρομίας, δίσκου, δρόμου, αλμάτων, ακοντισμού, εθνικών χορών και άλλων γυμνασμάτων.
[2] Ι. Δ. ΠΑΝΤΑΖΑΤΟΥ, Ο αθλητισμός στο ισχύον ελληνικό Σύνταγμα, Αρμ 2013, σ. 695.
[3] Η παρ. 9 προστέθηκε στο άρθρο 16 με τροπολογία που κατατέθηκε στη Βουλή και έγινε ομόφωνα δεκτή με μία προσθήκη του βουλευτή Μ. Έβερτ. Ουδεμία άλλη συζήτηση έγινε ούτε στην Υποεπιτροπή, ούτε στην ολομέλεια της Επιτροπής για τη σύνταξη του Συντάγματος ούτε και στην ολομέλεια της Αναθεωρητικής Βουλής. Βλ. σχετικά Α. ΛΟΒΕΡΔΟΥ, Η προστασία του αθλητισμού ως ατομικό και κοινωνικό δικαίωμα, σε Δ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ (επιμ.), Πρακτικά 1ου Διεθνούς Συνεδρίου Αθλητικού Δικαίου, Ελληνικό Κέντρο Έρευνας Αθλητικού Δικαίου, 1993, σ. 171.
[4] Βλ. αντί πολλών, A. E. HUMBERG, Die Aufnahme des Sports in das Grundgesetz, ZRP, 2007, σ. 58 επ.
[5]Es ist keine sensationelle und doch bemerkenswerte Feststellung, dass eine so staatsbedeutsame Wirklichkeit wie der Sport unter keinem seiner Aspekte eine direkte Erwähnung im Grundgesetz findet.
[6] Βλ. αντί πολλών, A. E. HUMBERG, Die Aufnahme des Sports in das Grundgesetz, ZRP, 2007, σ. 62 επ.
[7] Ιδιαίτερη μνεία γίνεται για την καταπολέμηση της βίας στο πλαίσιο της ίδιας διάταξης.

[8] Γενικά, αξίζει να σημειωθεί ότι τα πρώτα Συντάγματα που ανύψωσαν σε συνταγματικό θεσμό τον αθλητισμό ήταν αυτά των (πρώην) κρατών του υπαρκτού σοσιαλισμού. 
[9] Βλ. Ι. Δ. ΠΑΝΤΑΖΑΤΟΥ, Ο αθλητισμός στο ισχύον ελληνικό Σύνταγμα, Αρμ 2013, σ. 699 επ.

[10] Βλ. ενδεικτικά, Β. ΣΚΟΥΡΗ, Δίκαιο της Παιδείας, 1995, σ. 15 επ. καθώς και Κ. Χ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΥ, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2006, σ. 334 επ.

[11] Να σημειωθεί ότι η διδασκαλία του μαθήματος της φυσικής αγωγής, που αποτελεί και την πρώτη ενασχόληση του νομοθέτη με το ζήτημα του αθλητισμού εν γένει, προβλέφθηκε για πρώτη φορά με το Β.Δ. της 06.02.1834. Βλ. ιστορικές πληροφορίες σχετικά με τα νομοθετήματα της φυσικής αγωγής και του αθλητισμού στον 19ο και τον 20ο αιώνα, Ι. Δ. ΠΑΝΤΑΖΑΤΟΥ, όπ. π., σ. 693 επ. με τις εκεί παραπομπές στη βιβλιογραφία και την αρθρογραφία.

[12] Πρβλ. Κ. Χ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΥ, όπ. π., σ. 334.
[13] Βλ. Λοβέρδος Α., «Η προστασία του Αθλητισμού ως ατομικό και κοινωνικό δικαίωμα», Πρακτικά 1ου Διεθνούς Συνεδρίου Αθλητικού Δικαίου, Ελληνικό Κέντρο Έρευνας Αθλητικού Δικαίου, 1993, σ. 172 επ., Ε. Β. ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ, Αθλητισμός και κράτος δικαίου-Τα όρια της νομικής απορρύθμισης και η επιστροφή στο Σύνταγμα, Πρακτικά 1ου Διεθνούς Συνεδρίου Αθλητικού Δικαίου, Ελληνικό Κέντρο Έρευνας Αθλητικού Δικαίου, 1993, σ. 125 επ., σε Δ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ (επιμ.),

[14] Ζήτημα που θα εξεταστεί και παρακάτω.

[15] Βλ. Ε. ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ, Συνταγματικά δικαιώματα και Αθλητισμός, ΕΔΔΔ 2004, σ. 750 επ.

[16] Βλ. μεταξύ πολλών, Κ. Χ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΥ, όπ. π., σ. 356.

[17] Βλ. Ι. Δ. ΠΑΝΤΑΖΑΤΟΥ, όπ. π., σ. 698.
[18] Χάρτης UNESCO, προοίμιο, σελ. 159, επ.
[19] Βλ. Δ. Γ. ΓΟΥΛΑ, Εργασιακές σχέσεις αθλητών, Η υπαγωγή των αθλητών στο πεδίο εφαρμογής του εργατικού δικαίου, 2014, σ. 201. Βλ. και την ΔΕφΑθην 1603/2007.
[20] Βλ. όπ. π., σ. 201 με τις εκεί παραπομπές.

[21] Βλ. Α. ΛΟΒΕΡΔΟΥ, Η προστασία του αθλητισμού ως ατομικό και κοινωνικό δικαίωμα, σε Δ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ (επιμ.), Πρακτικά 1ου Διεθνούς Συνεδρίου Αθλητικού Δικαίου, Ελληνικό Κέντρο Έρευνας Αθλητικού Δικαίου, 1993, σ.
[22] Οι επτά πρώτες παράγραφοι του ά. 1 του ν. 75/1975 έχουν ως εξής: «1. Από της ισχύος του παρόντος καταργούνται: α)  Ο  Α.Ν.   127/1967  "περί  αναδιοργανώσεως  του   εξωσχολικού αθλητισμού,  τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί φιλάθλου ιδιότητος νόμων και άλλων τινών διατάξεων". β) Ο Α.Ν. 576/1968 "περί κινήτρων υπέρ του αθλητισμού”. γ) Το Ν.Δ. 76/1969 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του  Α.Ν. 127/1967", πλην των άρθρ. 18 παρ. 4, 19 και 20. 2. Επί όλων γενικώς των ρυθμιζομένων διά των καταργουμένων ως άνω θεμάτων εφαρμόζεται, επαναφερομένη εν ισχύϊ, η κατά την 20ην  Απριλίου 1967  ισχύουσα  νομοθεσία,  ως τροποποιείται και συμπληρούται αύτη διά των διατάξεων του παρόντος. 3.   Διατάξεις  καταστατικών  αθλητικών  σωματείων  και  ενώσεων, συνδέσμων  ή  ομοσπονδιών,  εν γένει, αντιτιθέμεναι εις επαναφερομένας κατά  την  προηγουμένην  παράγραφον  εν  ισχύι  διατάξεις,  ως   αύται τροποποιούνται και συμπληρούνται διά του παρόντος, είναι από της ισχύος τούτου αυτοδικαίως άκυροι και διαγράφονται άνευ ετέρου εξ αυτών. 4.   Η  συγκρότησις  των  γενικών  συνελεύσεων  των  προ της 21ης Απριλίου 1967 συσταθεισών ενώσεων ή συνδέσμων ή ομοσπονδιών  αθλητικών σωματείων,  εξαιρουμένων  των ποδοσφαιρικών, ως και αι αρχαιρεσίαι διά την  ανάδειξιν  των  οργάνων  διοικήσεως  και   ορισμόν   αντιπροσώπων ενεργούνται  κατά  τας ισχυούσας κατά την 20ην Απριλιου 1967 διατάξεις των καταστατικών αυτών ως αύται τροποποιούνται και  συμπληρούνται  διά του παρόντος. 5.   Η συγκρότησις των γενικών συνελεύσεων των υπό του κράτος της ισχύος  των  διά  του  παρόντος  καταργουμένων  νόμων  συσταθεισών  μη ποδοσφαιρικών  ενώσεων ή συνδέσμων ή ομοσπονδιών αθλητικών σωματείων ως και αι αρχαιρεσίαι  διά  την  ανάδειξιν  των  οργάνων  διοικήσεως  και ορισμού  αντιπροσώπων,  ενεργούνται  κατά  τας  οικείας  διατάξεις του καταστατικού της ενώσεως εξ ής αύται προήλθον, ως αύται τροποποιούνται και συμπληρούνται διά του παρόντος. 6. Ειδικώς  προκειμένου  περί των ποδοσφαιρικών ενώσεων και της Ελληνικής ποδοσφαιρικής  ομοσπονδίας  (Ε.Π.Ο)  τα  της  συνθέσεως  και συγκροτήσεως  της  διοικήσεως  αυτών,  τα της συγκροτήσεως των γενικών συνελεύσεων αυτών, τα του τρόπου διεξαγωγής των  αρχαιρεσιών  διά  την ανάδειξιν  των  οργάνων  διοικήσεως  και  εκλογήν αντιπροσώπων διά την υπερκειμένην ένωσιν ή ομοσπονδίαν ως και ο αριθμός των  ψήφων  εκάστου μέλους  της  ενώσεως  ή  ομοσπονδίας  εν  τη συνελεύσει ταύτης και παν συναφές  θέμα,  καθορίζονται,  μέχρι  της  διά  νόμου  ρυθμίσεως,  διά Προεδρικού  Διατάγματος,  εφ`  άπαξ εκδιδομένου το βραδύτερον εντός εξ (6) μηνών από της ισχύος του παρόντος, προτάσει του αρμοδίου  επί  του αθλητισμού Υπουργού ή Υφυπουργού. Διά  του  αυτού Διατάγματος ορίζεται και ο χρόνος των πρώτων μετά την δημοσίευσιν του  αρχαιρεσιών  διενεργουμένων  κατά  τας  διατάξεις τούτου  των  εν τη παρούση παραγράφω ενώσεων και της Ε.Π.Ο.  Μέχρι της κατά  τας  διατάξεις  του  διατάγματος   τούτου   εκλογής   διοικήσεων παραμένουν  αι  κατά  την  δημοσίευσιν του παρόντος, διοικήσεις αυτών, δυνάμεναι να συμπληρούνται ή αντικαθίστανται  μερικώς  ή  ολικώς,  δι` αποφάσεως του Γενικού Γραμματέως Αθλητισμού. Δι` ομοίου Προεδρικού Διατάγματος  δύναται να τροποποιηθούν εφ` άπαξ  αι  διατάξεις  του κατά τ` ανωτέρω εκδιδομένου Προεδρικού Διατάγματος. 7. Μέλη, νομίμως,  υφισταμένων  κατά  την  20ην Απριλίου 1967, αθλητικών σωματείων, εγγραφέντα κατ` εφαρμογήν της παρ. 7  του  άρθρου 40 του Α.Ν. 127/1967 προστεθείσης διά του άρθρου 12 του ν.δ.  76/1969, ως  και  μελη  εγγραφέντα  μέχρι  της  23 Ιουλίου 1974 ως τοιαύτα κατ`εφαρμογήν μεταβατικών διατάξεων του καταστατικού  τεθεισών  διαρκούσης της  δικτατορίας  και  οριζουσών  παρέκκλισιν  της υπό του αυτού ή του ισχύοντος μέχρι  της  21.4.1967  καταστατικού  οριζομένης  διαδικασίας εγγραφής  νέων  μελών,  θεωρούνται  αυτοδικαίως  από  της  ισχύος  του παρόντος δόκιμα ή πάρεδρα  μέλη,  εκτός  αν  εξελέγησαν  μετά  την  23 Ιουλίου  1974,  ως  μέλη αιρετών διοικήσεων ή αντιπρόσωποι των περί ων πρόκειται σωματείων ή διωρίσθησαν  από  της  ως  άνω  ημερομηνίας  και εντεύθεν  δι`  αποφάσεως  του  Γενικού  Γραμματέως Αθλητισμού, ως μέλη Διοικητικού Συμβουλίου, οπότε διατηρούσιν άνευ ετέρου την ως  τακτικών μελών ιδιότητα αυτών. Τα  ούτω  μεθιστάμενα  εις  την κατηγορίαν των δοκίμων ή παρέδρων μέλη, καθίστανται τακτικά δι` αποφάσεως της  γενικής  συνελεύσεως  των τακτικών  μελών  του  σωματείου των, συγκαλουμένης εντός μηνός από της διεξαγωγής των πρώτων, κατά της διατάξεις του άρθρου 2 παραγρ.  1  του παρόντος,  αρχαιρεσιών. Δόκιμα ή πάρεδρα μέλη της άνω κατηγορίας, μη εκλεγόμενα υπό της άνω γενικής συνελέυσεως  ως  τακτικά,  διαγράφονται αυτοδικαίως (…).».
[23] Με το νόμο αυτό καταργήθηκε πλήρως ο ν. 75/1975.
[24] ΦΕΚ Α' 121/17.6.1999.
[25] Βλ. Α. ΛΟΒΕΡΔΟΥ, όπ. π., Α. ΜΑΛΑΤΟΥ, Παραδόσεις Αθλητικού Δικαίου, 2010, σ. 143-144 και Ι. Δ. ΠΑΝΤΑΖΑΤΟΥ, όπ. π.
[26] Βλ. Α. ΛΟΒΕΡΔΟΥ, όπ. π., σ. 174, Δ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ, Αθλητικό Δίκαιο, Ι, 2005, σ. 185 επ., Ι. Δ. ΠΑΝΤΑΖΑΤΟΥ, όπ. π., σ. 697, Α. ΡΑΙΚΟΥ, Συνταγματικό Δίκαιο, ΙΙΙ 2011 και, κυρίως, Κ. Χ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΥ, όπ. π., σ. 356 επ.
[27] Βλ. Δ. ΓΟΥΛΑ, όπ. π., σ. 203, ο οποίος παραπέμπει στις θέσεις του ΜΑΛΑΤΟΥ και του ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ.
[28] Βλ. Κ. Χ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΥ, όπ. π., σ. 32-33.
[29] Βλ. Μαλάτος Α., Η Επιστημολογική Προσέγγιση του Αθλητικού Δικαίου, Εκδ. Α.Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 2000, σ. 119, Α. ΛΟΒΕΡΔΟΥ, όπ. π., σ. 172 επ.
[30] Βλ. Α. ΛΟΒΕΡΔΟΥ, όπ. π., σ. 172.
[31] Βλ. αναλυτικότερα για τα σχετικά νομολογιακά παραδείγματα παρακάτω, υπό 5.

[32] Βλ. ΑΣΕΑΔ 18/2008, Αρμ 2008, σ. 1259.

[33] Βλ. Δ. Γ. ΓΟΥΛΑ, όπ. π., σ. 202-203. 

[34] Βλ. Κ. Χ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΥ, όπ. π., σ. 40 επ.

[35] Βλ. όπ. π., σ. 352 επ. με τις εκεί παραπομπές στη νομολογία.

[36] Βλ. Δ. Γ. ΓΟΥΛΑ, όπ. π., σ. 202.

[37] Βλ. Κ. Χ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΥ, όπ. π., σ. 358.

[38] Βλ. όπ. π., σ. 359.
[39] Για την σκιαγράφηση της διαδικασίας βλ. αντί άλλων Β. ΚΑΨΑΛΗ, όπ. π., σελ. 536 επ. Βλ. επίσης Β. ΤΣΙΓΑΡΙΔΑ, Όταν ο δικαστής αποδέχεται την διαπίστωση του νομοθέτη για ύπαρξη «οξείας δημοσιονομικής κρίσεως». Οριακός έλεγχος και δημόσιο συμφέρον [ΣτΕ 668/2012 (Ολ.)], Τέταρτο Κοινό Σεμινάριο Συνταγματικού Δικαίου, 2012, σ. 89 επ.

[40] Βλ. Ν. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ, Το ζήτημα της έντασης του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας σε Τιμητικό Τόμο του ΣτΕ-75 χρόνια, 2004, κυρίως σ. 402 επ. και ιδίως σ. 403, 405-406.

[41] Πρβλ. αντί πολλών άλλων Α. ΜΑΝΙΤΑΚΗ, όπ. π., σελ. 445-460.

[42] Βλ. Β. ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗ, Σκέψεις γύρω από τον δικαστικό έλεγχο της ρυθμιστικής παρέμβασης του κράτους στην οικονομία, www.constitutionalism.gr, ημ. ανάρτησης: 03.10.2010.

[43] Βλ. Α. ΜΑΝΙΤΑΚΗ, όπ. π., σ. 444.

[44] Στην πράξη, η συνταγματική αξιολόγηση του σκοπού γίνεται με ελάχιστη έως και ανύπαρκτη αναφορά στις συνταγματικές διατάξεις. πρβλ. Β. ΚΑΨΑΛΗ, όπ. π., σ. 547-548.

[45] Με άλλα λόγια: για να περιοριστούν τα δικαιώματα πρέπει να υπάρχει λόγος δημοσίου συμφέροντος και ο λόγος δημοσίου συμφέροντος περιορίζει τα δικαιώματα.
[46] Βλ. την εξαντλητική ανάλυση των περιπτώσεων αυτών σε Δ. Γ. ΓΟΥΛΑ, όπ. π. σ. 204 επ. καθώς και για τις επιμέρους εκφάνσεις του γενικού συμφέροντος στον αθλητισμό σ. 206 επ. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου